Το Λουξεμβούργο κατέγραψε το υψηλότερο επίπεδο κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκφρασμένο σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ, κατά 137% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, μπροστά από την Ιρλανδία και την Ολλανδία.
Αντίθετα, η Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Λετονία κατέγραψαν τα χαμηλότερα επίπεδα.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ανήλθε στο 69% του μέσου όρου της ΕΕ - από 67% το 2022 και 66% το 2019 – και ήταν υψηλότερο μόνο από αυτό της Βουλγαρίας, όπου αυξήθηκε στο 64% από 62% το 2022 και 55% το 2019.
Η κατανάλωση στην Ελλάδα αντιστοιχούσε πέρυσι στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ από 78% το 2022 και 77% το 2019 και ήταν υψηλότερη από έξι χώρες: Τη Σλοβακία (77%), την Κροατία (76%), την Εσθονία (75%), τη Λετονία (74%) και την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία (70% και οι δύο).
Πέρυσι, 9 χώρες κατέγραψαν κατά κεφαλήν AIC πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το Λουξεμβούργο κατέγραψε το υψηλότερο επίπεδο με 36% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ και ακολούθησαν Ολλανδία και Γερμανία.
Τα χαμηλότερα επίπεδα κατά κεφαλήν AIC καταγράφηκαν στην Ουγγαρία και τη Βουλγαρία (και οι δύο 30% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ) και τη Λετονία (26% κάτω).
Το κατά κεφαλήν AIC εκφράζεται σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης και χρησιμοποιείται ως μέτρο της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών.









