Σημειώνεται ότι ο ΦΠΑ αποτελεί πυλώνα των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού καθώς οι φετινές εισπράξεις θα κινηθούν πάνω από το φράγμα των 29,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 1,6 δισ. σε σχέση με το 2025, γεγονός που έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις να αποφεύγουν ουσιαστικές παρεμβάσεις.
«Είναι ένα ειδικό πλαίσιο για το κενό ΦΠΑ», ανέφερε κατά την παρουσίαση της Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ, ο Γενικός Διευθυντής του καθηγητής Νίκος Βέττας, την περασμένη Τρίτη. “Υπάρχει το κενό συμμόρφωσης” ανέφερε ο κ. Βέττας εστιάζοντας στο τι θα πρέπει να αποδίδει και τι εν τελεί πάει στο κρατικό ταμείο. Εκεί, όπως είπε υπάρχει πρόοδος κι απο το 24% το 2009 πήγε στο 9% το 2024.
“Υπάρχει και το κενό πολιτικής ΦΠΑ που σταθμίζει το τι θα γινόταν στην συλλογή φόρων ΦΠΑ εάν εφαρμοζόταν ανώτατος συντελεστής. Δηλαδή πόσο θα έπαιρνες και τώρα τι παίρνεις” τόνισε ο κ. Βέττας και συμπλήρωσε: “Σε αυτό το κενό είναι υψηλότερο από ΕΕ. Αν συνθέσει και τις δύο συγκυρίες, βγαίνει ο δείκτης αποτελεσματικότητας ΦΠΑ όπου υστερούμε συστηματικά από ΕΕ” σημείωσε.
Με βάση την ειδική μελέτη, οι αποφάσεις πολιτικής που περιορίζουν τη φορολογική βάση ή μειώνουν τον οφειλόμενο ΦΠΑ σε ορισμένα τμήματα της αγοράς αποτελούν σημαντική πηγή απώλειας εσόδων. Συχνά, αυτές οι πολιτικές εξαιρέσεων ή μειωμένων συντελεστών στοχεύουν είτε στην παροχή κοινωνικής προστασίας σε ευάλωτες ομάδες (π.χ. σε ακριτικές περιοχές), είτε στη δημιουργία κινήτρων για την κατανάλωση συγκεκριμένων αγαθών (π.χ. βιβλία), με αντίστοιχο κόστος στα έσοδα από ΦΠΑ.
Στο μέτωπο της συμμόρφωσης έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος: το «κενό συμμόρφωσης» μειώθηκε κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 σε σύγκριση με το 2019, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Αυτό συνέβαλε στη μείωση του άδικου επιμερισμού του φορολογικού βάρους και στον περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την πρόοδο έπαιξε η επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και του ηλεκτρονικού εμπορίου: οι διαδικτυακές πωλήσεις αυξήθηκαν από 3,8% το 2018 σε 6,9% το 2022 επί του συνόλου των πωλήσεων των επιχειρήσεων, μειώνοντας τις συναλλαγές με μετρητά και ενισχύοντας τη συμμόρφωση. Παρά τα βήματα αυτά, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται χαμηλά στον δείκτη αποτελεσματικότητας είσπραξης ΦΠΑ, κυρίως λόγω των πολλών εξαιρέσεων πολιτικής.
Στο «κενό πολιτικής» ΦΠΑ, η απόκλιση σε σχέση με τη διάμεσο της ΕΕ παραμένει μικρότερη, αν και παρουσίασε ελαφρά αύξηση την τελευταία πενταετία. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έπαιξε η ενεργειακή κρίση, που οδήγησε σε μέτρα στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων σχετικών φοροαπαλλαγών. Το ποσοστό των φοροαπαλλαγών ως προς τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκε στο 34,2% το 2024 από 19,3% το 2019, αναδεικνύοντας τον μεγάλο και αυξανόμενο όγκο τους. Αυτό καθιστά το φορολογικό σύστημα πιο πολύπλοκο και αδιαφανές, ενώ μειώνει τα έσοδα.
Συνολικά, με βάση τον δείκτη αποτελεσματικότητας είσπραξης ΦΠΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος για το 2024, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω βελτιώσεις. Προτείνονται μέτρα πολιτικής που θα ενισχύσουν τις ηλεκτρονικές πληρωμές σε στοχευμένες συναλλαγές και θα αξιοποιήσουν νέες τεχνολογίες στη φορολογική διοίκηση, ώστε να περιοριστεί ακόμα περισσότερο το κενό συμμόρφωσης και να επιτευχθεί μεγαλύτερη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Στην κορυφή των συντελεστών
Την ίδια ώρα, μελέτη του Tax Foundation αναφέρει ότι η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς τους συντελεστές ΦΠΑ. Ο βασικός συντελεστής 24% και ο μειωμένος 13% τοποθετούν τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις της λίστας. Ωστόσο, πέρα από τα ποσοστά, σημασία έχει και το εύρος των προϊόντων που εντάσσονται στους μειωμένους ή υπερμειωμένους συντελεστές.
Ο υπερμειωμένος συντελεστής 6% εφαρμόζεται σε περιορισμένο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, όπως βιβλία, Τύπος, πολιτιστικές εκδηλώσεις, φάρμακα, ιατρικά είδη, ενέργεια και ορισμένα προϊόντα υγιεινής. Από τη λίστα απουσιάζουν βασικά τρόφιμα, γεγονός που εντείνει τις επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι υψηλότεροι κανονικοί συντελεστές συναντώνται στην Ουγγαρία (27%), ενώ ακολουθούν χώρες όπως η Φινλανδία, η Κροατία, η Δανία και η Σουηδία. Αντίθετα, το Λουξεμβούργο και η Μάλτα εφαρμόζουν τους χαμηλότερους συντελεστές.



