Αρχικά, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ότι έχει αποφύγει συνειδητά να διατυπώσει καθαρή θέση εναντίον της ένταξης της Τουρκίας στον υπό διαμόρφωση Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Άμυνας, στις συνομιλίες του με ευρωπαίους ηγέτες, όπως ο καγκελάριος Μερτς ή η πρωθυπουργός Μελόνι, που προωθούν ανοιχτά την ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία με την Τουρκία.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η Τουρκία δεν μπορεί να έχει θέση στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοδόμημα, όταν επιμένει σε μια αναθεωρητική και προκλητική στρατηγική έναντι δύο χωρών της Ε.Ε., με casus belli για την Ελλάδα και παράνομη κατοχή μέρους της Κύπρου.
Παράλληλα, αναρωτήθηκε εάν η «Διακήρυξη των Αθηνών», για την οποία πανηγύριζε η κυβέρνηση, αποτέλεσε τελικά το άλλοθι για την πώληση οπλικών συστημάτων από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Τουρκία, αλλά και για κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες που υπογράφουν συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας με τους γείτονές μας.
Έθεσε με έμφαση τον προβληματισμό εάν η αδυναμία της χώρας να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, όπως στην περίπτωση της Κάσου, όπου η αγνοείται η τύχη του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Ισραήλ-Κύπρου, σημαίνει ότι «έχουμε φύγει πια από αυτό και μιλάμε για μια συνολική διαπραγμάτευση με την Τουρκία, στην οποία θα ενταχθούν και τέτοια ζητήματα», με τη μετατροπή των τουρκικών διεκδικήσεων σε διμερή ζητήματα, αντί να αντιμετωπίζονται ως ζητήματα διεθνούς δικαίου.
Ζήτησε να διευκρινιστεί τι εννοούσε ο Υπουργός Εξωτερικών όταν έκανε λόγο, από την Νέα Υόρκη, για την τήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, με δεδομένο ότι από κάποιους κατά καιρούς έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο, εμποδίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα.
Ακόμα, ο κ. Κατρίνης επεσήμανε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να επαφίεται σε διπλωματικές χειρονομίες, όταν η Τουρκία συνεχίζει μεθοδικά να εξουδετερώνει τις στρατηγικές συμφωνίες της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, προσεγγίζοντας χώρες-κλειδιά όπως η Αίγυπτος και υπογράφοντας συμφωνίες αμυντικού χαρακτήρα.
Καταλήγοντας, μίλησε για ανάγκη εθνικής στρατηγικής που δεν θα στηρίζεται σε ευχολόγια ή επικοινωνιακές κινήσεις, αλλά σε σαφές σχέδιο, παρουσία και αποτρεπτική ισχύ. Τόνισε ότι η αμυντική και εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκούνται «με φωτογραφίες και διπλωματικές υπογραφές», αλλά με πράξεις που θα καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα δεν αποδέχεται τετελεσμένα, δεν εγκαταλείπει τα δικαιώματά της και δεν σιωπά όταν η φωνή της πρέπει να ακουστεί δυνατά.








