Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η βραχυχρόνια μίσθωση αφορά μόλις το 3% των κατοικιών στην Αθήνα, ενώ στη χώρα μας υπάρχουν 2,28 εκατ. κενά σπίτια – εκ των οποίων πάνω από 500.000 είναι στην Αττική – επί συνόλου 6,58 εκ. κατοικιών. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δεν εξηγείται από ένα τόσο μικρό ποσοστό, όταν σχεδόν το ένα τρίτο του αποθέματος κατοικιών παραμένει ανεκμετάλλευτο. Την ίδια στιγμή, η προσφορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι αξιοσημείωτη: Συμβάλλει στην οικονομία με 3,25 δισ. ευρώ και στηρίζει πάνω από 100.000 θέσεις εργασίας.
Το στεγαστικό ζήτημα είναι αποτέλεσμα χρόνιων στρεβλώσεων: η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε την τελευταία δεκαετία, κοινωνική πολιτική για στέγη ουσιαστικά δεν υπήρξε, ενώ φορολογικά αντικίνητρα και γραφειοκρατία κρατούν χιλιάδες ακίνητα κλειστά. Έτσι, η βραχυχρόνια μίσθωση εμφανίστηκε όχι ως απειλή αλλά ως διέξοδος, δίνοντας εισόδημα σε μικροϊδιοκτήτες, διαχέοντας τις τουριστικές ροές σε περισσότερες περιοχές, αναζωογονώντας γειτονιές και συμβάλλοντας στην επέκταση της τουριστικής περιόδου σε περισσότερους μήνες του έτους.
Ασφαλώς, σε ορισμένες περιοχές συνέβαλε σε πιέσεις στις τιμές, αλλά δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της κρίσης, ούτε τον λόγο που η Πολιτεία συνεχίζει να μην βρίσκει απαντήσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την Πολιτεία, η οποία αντί να δημιουργεί συνθήκες ελεύθερης και υγιούς αγοράς, στοχοποιεί το Airbnb με απαγορεύσεις και περιορισμούς.
Ένα επιπλέον, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχημένης προσέγγισης του κράτους στο πρόβλημα είναι τα προγράμματα επιδότησης στεγαστικών δανείων που ενίσχυσαν τη ζήτηση χωρίς να αυξήσουν την προσφορά, οδηγώντας σε περαιτέρω άνοδο τιμών.
Όσοι δεν ψάχνουν αποδιοπομπαίους τράγους αντιλαμβάνονται πλέον πως καμία απαγόρευση στη βραχυχρόνια μίσθωση δεν θα ρίξει τα ενοίκια. Το μόνο που θα «επιτύχει» είναι να στερήσει εισόδημα από ιδιοκτήτες και να πλήξει έναν δυναμικό κλάδο που στηρίζει την τοπική οικονομία.
Αυτό πλέον αποδεικνύεται και από τα αποτελέσματα των περιορισμών που επιβλήθηκαν στο Airbnb σε άλλες χώρες, στις οποίες οι τιμές των ενοικίων συνεχίζουν ακόμη και τώρα να αυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς. Αλλά και στην Ελλάδα, η ανάλυση των πραγματικών στοιχείων δείχνει πως ακόμη και σε περιοχές με ελάχιστα έως καθόλου καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, οι αυξήσεις στα ενοίκια είναι συνεχείς την τελευταία πενταετία.
Συνεπώς, για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους: Η στεγαστική κρίση δεν λύνεται με ευχολόγια ή στοχοποίηση. Λύνεται με μεταρρυθμίσεις που θα εμπιστευθούν την αγορά και θα ενθαρρύνουν την ανάπτυξη. Η βραχυχρόνια μίσθωση - ο πιο διάφανος φορολογικά κλάδος καθώς δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε ψηφιακές πλατφόρμες - δεν είναι εχθρός· Είναι ένας καθρέφτης που δείχνει πόσο αδύναμη και αναποτελεσματική έχει γίνει η στεγαστική μας πολιτική. Κι αν κάτι πρέπει να αλλάξει, αυτό δεν είναι το Airbnb. Είναι η νοοτροπία της Πολιτείας, που έως τώρα εύκολα «ξεχνά» τις δικές της διαχρονικές ευθύνες, ενισχύοντας έμμεσα την παραφιλολογία περί δήθεν «ευθύνης» της βραχυχρόνιας μίσθωσης στο εθνικό στεγαστικό πρόβλημα. Καθίσταται σαφές – σε όποιον δεν εθελοτυφλεί - πως αυτή η θέση είναι ένας βολικός μύθος, τον οποίο οργανωμένα προσπαθούν να επιβάλουν ορισμένα μεγάλα και παγιωμένα συμφέροντα στο χώρο του τουρισμού και του real estate.
Δώρος Καπράλος, επιχειρηματίας του κλάδου βραχυχρόνιας μίσθωσης







