Παντελής Μπουκαλας
«Πολιτευόμενοι δημοσιογράφοι, πρωτίστως ηλεκτρονικοί, δημοσιογράφοι δηλαδή που όχι μόνο αυτοσυστήνονται σεμνά σαν γνήσιοι εκφραστές της λαϊκής βούλησης, αλλά ασκούν και πολιτική από την εκπομπή τους ή από το παράθυρο που τους φιλοξενεί μονίμως, υπάρχουν αρκετοί, και υπάρχουν από καιρό. Τους βλέπουμε και τους ακούμε να χλευάζουν πολιτικούς (κι αυτοί να υπομένουν, όχι από στωικισμό ή χριστιανισμό παρά επειδή δείχνουν πρόθυμοι σχεδόν για όλα έναντι του «πινακίου της δημοσιότητας»), να δικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες, να επιτίθενται σε υπουργούς επειδή δεν παράτησαν τη δουλειά τους για να σπεύσουν στο στούντιο προς απολογία, να αποκλείουν ολόκληρα κόμματα από τα πάνελ τους, να απειλούν με υπονοούμενα ή και απροσχημάτιστα. Εν ολίγοις, τους βλέπουμε να διαφεντεύουν.
Ποιο αντίδοτο ανακάλυψαν λοιπόν οι πολιτικοί για να αντιμετωπίσουν κάπως τον σφετερισμό του ρόλου τους και τη μείωσή τους; Μα, εκμεταλλευόμενοι και την πείρα που έχουν αποκτήσει από την συνεχή παρουσία τους στο γυαλί, να αρχίσουν να φέρονται σαν δημοσιογράφοι, και μάλιστα σαν τους πρωταθλητές της λαϊκιστικής δημοσιογραφίας και των «αποκαλύψεων». Μπορεί με την «αντιποίηση» αυτή να επιδεινώνεται η σύγχυση μεταξύ των εξουσιών, θεσμοθετημένων και «εθιμικών», αλλά με προ πολλού εγκατεστημένη τη διαπλοκή, αυτό είναι σχεδόν μοιραίο. Ετσι, με την επιπολαιότητα ρεπόρτερ και «ερευνητών» που παρασταίνουν σαν αδιάσειστη αλήθεια μια κακόβουλη φήμη ή μια «αποκλειστική πληροφορία» που δεν μπήκαν στον κόπο να τη διασταυρώσουν, ορισμένοι πολιτικοί διασπείρουν με γυάλινη ελαφρότητα ειδήσεις μη ελεγμένες και υιοθετούν βαρύτατες κατηγορίες για αντιπάλους τους. Μολαταύτα, σχεδόν ομολογούν ότι τα στοιχεία που διαθέτουν, έχουν τη βαρύτητα μεταμεσονύκτιων ακριτομυθιών: «κάπου πήγα, κάποιον είδα, κάτι μου είπε να σας πω».
Σύμφωνα με το σενάριο που τείνει και τούτη τη φορά να επιβληθεί σαν ισοδύναμο της αποδεδειγμένης αλήθειας, και το οποίο διακινείται τόσο από παραπολιτευόμενους δημοσιογράφους όσο και από παραδημοσιογραφούντες πολιτικούς, «όλοι τα παίρνουν» (εξαιρούνται, προφανώς, οι καταγγέλλοντες). Χρειάζεται ιδιαιτέρως βραχεία μνήμη για να μη θυμόμαστε ποιοι φαιόνοες, στην Ελλάδα και αλλού, προέβαλαν το δόγμα «όλοι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι» καθώς και ποιες «χειρουργικές» μεθόδους μεταχειρίστηκαν για τη θεραπεία του «ασθενούς». Δεν χρειάζεται πάντως ιδιαίτερη σκέψη για να συμπεράνει κανείς ότι όποτε οι καταγγελίες παίρνουν χαρακτήρα ισοπεδωτικά γενικευτικό (του είδους «όλοι είναι ίδιοι, κι όλοι χαλασμένοι», είτε για πολιτικούς πρόκειται είτε για γιατρούς, δημοσιογράφους, δικαστές κ.τ.λ.), οι μόνοι που έχουν λόγο να χαίρονται είναι οι όντως χαλασμένοι, αφού χάνονται (δηλαδή σώζονται) μες στην ανωνυμία του πλήθους.»
Καθημερινή
Σηφης Πολυμίλης
«Είναι αυτονόητο ότι η διαφθορά δεν έχει ούτε πατρίδα ούτε χρώμα. Αλλά είναι επίσης αυτονόητο ότι σε μικρές κοινωνίες, όπου η οικογενειοκρατία και η παρεοκρατία καλά κρατούν, ανθεί και συγκαλύπτεται πιο εύκολα. Αν μάλιστα στη συνταγή συνυπάρχει ολίγη από μαγκιά, ολίγη από εθνικοπατριωτισμό με μπόλικη σάλτσα από κουτσαβακισμό, το κοκτέιλ αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Κι αυτό, δυστυχώς, φαίνεται να συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη, όπου ένα αχανές δίκτυο προσωπικών, πελατειακών και οικονομικών διασυνδέσεων με πρωτεργάτες τους τοπικούς άρχοντες έχει δώσει ρέστα...
Το ωραίο είναι ότι όλο αυτό το αλισβερίσι των φίλων, των κολλητών και των κομματικών πελατών έχει πάρει και ένα ιδεολογικό επίχρισμα με πρόσχημα το αθηναιοκεντρικό κράτος που μονίμως αδικεί, κατατρύχει, αγνοεί τη συμπρωτεύουσα... Το τραγικό σ' αυτήν την ιστορία, βέβαια, δεν είναι μόνο η ύπαρξή του ή των δικτύων συναλλαγής. Είναι η απίστευτη ανοχή που φαίνεται ότι δίνει η κοινωνία της Θεσσαλονίκης σ' αυτήν την, τάχα μου, επίδειξη μαγκιάς και τσαμπουκά επιβραβεύοντας ή τουλάχιστον ανεχόμενη τα πρόσωπα που πρωτοστατούν...
Σίγουρα ο κ. Ψωμιάδης δεν είναι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος πολιτικός που με στιλ κουτσαβάκη της παλιάς εποχής επενδύει στον λαϊκισμό. Ομ