Παντελης Μπουκαλας
«Σοβαρό θέμα είναι βέβαια, σοβαρότατο, το Δ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και η αξιοποίηση των κονδυλίων του. Και είναι άκρως απαραίτητες οι κυβερνητικές συσκέψεις, ώστε η διαχείριση των κονδυλίων να μην είναι μόνο ωφέλιμη αλλά, προπάντων αυτό, έντιμη, αν φυσικά πάψουμε ποτέ να συγχέουμε σκοπίμως και κατ έθιμο την υποχρέωσή μας να λειτουργούμε σαν Προμηθείς με τις προμήθειες. Τόσο οι πολίτες όμως (των αμήχανων οπαδών της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένων) όσο και οι πολιτικοί (των ίδιων των αλληλοσπαρασσόμενων υπουργών συμπεριλαμβανομένων) θα περίμεναν ότι μια έκτακτη κυβερνητική σύσκεψη (έκτακτη επειδή, ως κυριακάτικη, δεν συμφωνεί ιδιαίτερα με τις πάγιες πρωθυπουργικές συνήθειες) θα είχε αποκλειστικό αντικείμενό της το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων. Και τούτο επειδή είναι πάγκοινο το αίτημα να υπάρξουν (έστω με ποικιλότροπα αποκαλυπτική αργοπορία) σαφείς εξηγήσεις και σαφέστερες δεσμεύσεις στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο: το πρωθυπουργικό. Αλλά τίποτε τέτοιο δεν συνέβη.
Διχασμένη και προ και κατόπιν συσκέψεως η κυβέρνηση, δεν βρίσκει τίποτε αποτελεσματικότερο από το να αρπαχτεί από το «σωσίβιο» που πέταξε στη μαύρη θάλασσα της μίζας η J.P. Morgan. Αλλά τα διάτρητα σωσίβια δεν έσωσαν ποτέ κανέναν. Οτι η «επένδυση» των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων υπήρξε σκανδαλώδης δεν είναι «κακοήθης δημοσιογραφική φήμη» και «δημαγωγική αντιπολιτευτική υπερβολή». Τον συγκεκριμένο ισχυρισμό τον προέβαλαν ομοθυμαδόν τα κυβερνητικά στελέχη τον πρώτο καιρό των αποκαλύψεων. Αυτό το αρραγές μέτωπο όμως έπαψε να υφίσταται ένα δεκαήμερο τώρα. Υπάρχουν πλέον υπουργοί που ομολογούν το αυτονόητο, αυτό που ήταν εξαρχής πρόδηλο και μόνο η κυβέρνηση δεν εννοούσε να το δει, από εθελοτυφλία ή στρουθοκαμηλισμό: ότι τα ομόλογα αγοράστηκαν υπερτιμημένα από τα Ταμεία με τις «ανίδεες», πάντως δοτές και κομματικώς πειθήνιες διοικήσεις. Την «υπερτίμηση» (δηλαδή τη «διαρροή» χρήματος) την αποδέχεται πλέον και ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος (που μάλλον δεν μπορεί να κατηγορηθεί από κανέναν ότι αυτοσχεδιάζει), και ο υφυπουργός Οικονομίας Π. Δούκας, και η υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου, που δήλωσε ότι «πράγματι αγοράστηκαν υπερτιμημένα ομόλογα, και αυτό συνιστά παράνομη πράξη, πράξη έξω από τα όρια της νομιμότητας».
Υπάρχουν επίσης άλλα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη που, αναφερόμενα σε συναδέλφους τους, μιλούν, σε τόνο καταγγελτικό, για «πλυντήρια», «νεράντζια», «σύγχυση των χρηματιστηριακών αξιών με τις πολιτικές αξίες» και άλλα τινά. Από τη δέσμευση «το μαχαίρι θα φτάσει το κόκαλο» έως τα «συντροφικά μαχαιρώματα» η έκπτωση είναι προφανής. Κι ίσως γι αυτό δεν απασχόλησε την κυριακάτικη κυβερνητική σύσκεψη.»
Καθημερινή
Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος
«Θέλει, λέει, αλλά... τι; Προβληματίζεται; Το ξανασκέφτεται; Φοβάται μήπως φερθεί σκληρά στον στενό συνεργάτη του; Προτιμά να του δώσει εκείνος τη λύση παραιτούμενος; Κάτι απ όλα αυτά ή μήπως είναι αλήθεια ότι απλώς αποφεύγει να παίρνει αποφάσεις εν θερμώ και δεν έχει πεισθεί ακόμη αν και σε ποιο βαθμό ευθύνεται ο συγκεκριμένος υπουργός του για το σκάνδαλο των ομολόγων;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν υπάρχει εκδοχή από τις παραπάνω που να μη μ έχει απασχολήσει. Και για να είμαι επίσης ειλικρινής, δεν αρνούμαι ότι κάποιες απ αυτές τις έβρισκα, προσωρινά έστω, λογικές. Αν μη τι άλλο, ένας αρχηγός οφείλει να προσέχει, όταν παίρνει αποφάσεις που θα σημαδέψουν τη ζωή συνεργατών του.
Μέχρις ενός σημείου, όμως, όλα αυτά. Καλές και χρήσιμες οι ευαισθησίες, αλλά δεν είναι δυνατό να καθορίζουν τη στάση ενός πρωθυπουργού, όταν μάλιστα τα γεγονότα είναι τέτοια, που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών. Κι εδώ τα γεγονότα έχουν πάψει από καιρό να δημιουργούν αμφιβολίες.
Ακόμη και να πίστευε ο Κ. Καραμανλής τα όσα ισχυρίστηκε στην εκδήλωση της ΟΝΝΕΔ, σήμερα θα πρέπει να έχει αντιληφθεί ότι αυτά που έλεγε, δεν ίσχυαν και ότι οι πληροφορίες που του έδιναν, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Κι επειδή κανένας δεν κρύβει την αλήθεια, αν δεν έχει λόγο να το κάνει, το μόνο που μπορεί