Η UniCredit του Μιλάνου έχει κάνει δυναμικό μπάσιμο, αυξάνοντας σταδιακά τη συμμετοχή της και πλησιάζοντας πλέον το 50% των μετοχών της Commerzbank. Στόχος της είναι να αποκτήσει τον πλειοψηφικό έλεγχο και να εντάξει έναν από τους σημαντικότερους γερμανικούς τραπεζικούς ομίλους στον δικό της ευρωπαϊκό όμιλο.
Γιατί όμως θέλει τόσο πολύ τη Commerzbank η UniCredit και γιατί η υπόθεση προκαλεί τόσο έντονα αντανακλαστικά στη Γερμανία;
Η τράπεζα της γερμανικής μεσαίας τάξης
Η Commerzbank έχει σημαντική παρακαταθήκη στο γερμανικό τραπεζικό σύστημα. Η ιστορία της ξεκινά το 1870, όταν ιδρύθηκε στο Αμβούργο με επίκεντρο τις διεθνείς συναλλαγές. Αργότερα μεταφέρθηκε στο Βερολίνο και τελικά εγκαταστάθηκε στη Φρανκφούρτη.
Σήμερα έχει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στη χρηματοδότηση της γερμανικής Mittelstand, δηλαδή της μεσαίας επιχειρηματικότητας που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας.
Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις δεν είναι εισηγμένες στον DAX, έχουν όμως σημαντική παραγωγική και εξαγωγική δραστηριότητα και χρειάζονται τραπεζική χρηματοδότηση για να επενδύσουν τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό.
Ακριβώς αυτή την πελατειακή βάση βλέπει ως ευκαιρία η UniCredit.
Η Commerzbank διαθέτει, παράλληλα, διεθνές δίκτυο με περίπου 40 παραρτήματα σε περιοχές όπως η Αφρική, οι ΗΠΑ και η Ασία. Για την ιταλική τράπεζα, επομένως, η εξαγορά δεν θα σήμαινε μόνο πρόσβαση στη γερμανική αγορά, αλλά και σε ένα σημαντικό δίκτυο διεθνών δραστηριοτήτων.
Γιατί αντιδρούν οι Γερμανοί
Η UniCredit δεν είναι ο μόνος πιθανός «μνηστήρας». Ενδιαφέρον για την Commerzbank θα μπορούσαν να δείξουν και γαλλικές ή αμερικανικές τράπεζες. Οι Ιταλοί, όμως, έχουν σήμερα το προβάδισμα.
Εδώ και περίπου δύο χρόνια, η διοίκηση της Commerzbank, οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους αντιστέκονται στην προοπτική εξαγοράς, υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της τράπεζας.
Απέναντι στην κίνηση της UniCredit είχε βρεθεί αρχικά και το ίδιο το γερμανικό κράτος, το οποίο εξακολουθεί να κατέχει περίπου 12%-13% των μετοχών.
Η αντίδραση δεν είναι τυχαία. Η Commerzbank δεν είναι μια οποιαδήποτε γερμανική επιχείρηση. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και χρειάστηκε κρατική στήριξη για να επιβιώσει.
Τότε είχε προχωρήσει και στην απορρόφηση της Dresdner Bank, σε μια περίοδο κατά την οποία το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.
Για τη Γερμανία ήταν μια τράπεζα «too big to fail».
Ο φόβος ότι θα γίνει… HypoVereinsbank
Ένας από τους βασικούς φόβους στη Γερμανία είναι τι θα συμβεί στην Commerzbank μετά από μια πιθανή εξαγορά.
Το προηγούμενο της HypoVereinsbank είναι χαρακτηριστικό. Η UniCredit απέκτησε τον έλεγχο της γερμανικής τράπεζας το 2005 και έκτοτε η παρουσία και η σημασία της HypoVereinsbank ως αυτόνομου γερμανικού τραπεζικού ομίλου περιορίστηκαν σημαντικά.
Αυτό ακριβώς φοβούνται ορισμένοι και για την Commerzbank: ότι θα παραμείνει μεν το όνομα, αλλά θα χάσει σταδιακά τον ρόλο και την επιρροή που έχει σήμερα στη γερμανική οικονομία.
Με άλλα λόγια, δεν θέλουν η δεύτερη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της Γερμανίας να καταλήξει να παίρνει τις βασικές αποφάσεις από το Μιλάνο.
Στο επίκεντρο και οι θέσεις εργασίας
Υπάρχει όμως και ένας πολύ πιο άμεσος φόβος: οι απολύσεις.
Ο CEO της UniCredit, Αντρέα Ορσέλ, δεν έχει κρύψει ότι μια πιθανή ενοποίηση θα συνοδευόταν από περικοπές κόστους. Στη Γερμανία γίνεται λόγος για περίπου 7.000 θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να χαθούν από τις συνολικά περίπου 30.000 θέσεις της Commerzbank.
Για τους εργαζομένους και τα συνδικάτα της τράπεζας, επομένως, η μάχη δεν είναι μόνο για την ιδιοκτησία της Commerzbank. Είναι και για το μέλλον της ίδιας της τράπεζας στη Γερμανία.
Και ευρύτερα, για το αν μια τέτοια εξαγορά θα αποδυναμώσει τον γερμανικό τραπεζικό κλάδο.
Από την καχυποψία στην αποδοχή
Παρά τις αρχικές αντιδράσεις, η στάση του Βερολίνου φαίνεται πλέον να αλλάζει.
Η πολιτική σκηνή της Γερμανίας αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη ψυχραιμία την προοπτική της εξαγοράς και το ζητούμενο φαίνεται να είναι πλέον πώς θα εξασφαλιστούν οι καλύτεροι δυνατοί όροι για τη γερμανική πλευρά.
Υπέρ της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης τάσσεται άλλωστε και η ΕΚΤ.
Η λογική είναι απλή: η Ευρώπη διαθέτει έναν κατακερματισμένο τραπεζικό τομέα, με πολλές εθνικές αγορές και διαφορετικούς κανόνες, κάτι που αυξάνει το κόστος και περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων.
Η δημιουργία ενός ισχυρότερου ευρωπαϊκού τραπεζικού «brand» θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να ενισχύσει συνολικά την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης απέναντι στις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ο οποίος τάσσεται υπέρ της μεγαλύτερης ενοποίησης των ευρωπαϊκών αγορών και, κατ’ επέκταση, του τραπεζικού συστήματος.
Εν τέλει, η υπόθεση της Commerzbank δεν είναι μόνο μια μάχη για τον έλεγχο μιας τράπεζας. Είναι και μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές λογικές: από τη μία η γερμανική αντίληψη για τη διατήρηση ενός ισχυρού εθνικού τραπεζικού πυλώνα και από την άλλη η ευρωπαϊκή ανάγκη για μεγαλύτερους και πιο ανταγωνιστικούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους. Η εξαγορά θα εξαρτηθεί στο τέλος και από το κατά πόσο η Ευρώπη θέλει να αφήσει πίσω της τα εθνικά της τραπεζικά σύνορα.







