Γρηγόρης Νικολόπουλος
«Η κυβέρνηση προωθεί ξανά - και βιαστικά πλέον, αφού έφτασε στα όρια της αποτυχίας - το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεών της. Ανεξαρτήτως αν διαφωνεί κάποιος με αυτή την πολιτική, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι πρόκειται για την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής πολιτικής το οποίο είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση και το ενέκριναν οι ψηφοφόροι της. Με την πολιτική αυτή η κυβέρνηση θα μαζέψει σημαντικά έσοδα, τα οποία δυστυχώς - και μακάρι να διαψευστούμε - θα κατασπαταληθούν για παροχές, ακόμη κι αν λογιστικά εμφανιστεί ότι μειώνουν το δημόσιο χρέος, όπως απαιτεί η ΕΕ. Τα έσοδα αυτά θα είναι το βασικό, αν όχι το μοναδικό όφελος, που θα έχει η πολιτική των αποκρατικοποιήσεων.
Το πρόβλημα όμως είναι αλλού. Δεν είναι στον αριθμό των υπαλλήλων του ΟΤΕ, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ή της Τράπεζας Αττικής, των οποίων τις μετοχές θα πουλήσει το Δημόσιο. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι κερδοφόρες και δίνουν μέρισμα στο κράτος. Το πρόβλημα βρίσκεται στην κεντρική διοίκηση. Στους εκατοντάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι απορροφούν το σύνολο σχεδόν των φορολογικών εσόδων για να πληρώνονται, οι οποίοι συντηρούν το πλέγμα των γραφειοκρατικών εμποδίων, το οποίο αντιμετωπίζουν κάθε μέρα οι επιχειρήσεις, αλλά και οι ιδιώτες οι οποίοι θέλουν να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά.
Αν σκεφτεί κανείς ότι οι υπάλληλοι των υπουργείων και των χιλιάδων δημοσίων οργανισμών, των «θεσμικών οργάνων», των επιτροπών, των ειδικών συμβουλίων κτλ. πληρώνονται κάθε μήνα με τους φόρους που πληρώνουν όλοι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και οι επιχειρήσεις και φυσικά επανεισπράττουν, ως μέρος του μισθού τους, τους φόρους που πληρώνουν οι ίδιοι, αντιλαμβάνεται πόσο ασφυκτικό είναι για την οικονομία το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Και δεν είναι ασφυκτικός ο δημόσιος τομέας μόνο όσον αφορά το κόστος, αλλά και όσον αφορά τη νοοτροπία.
Το σύνολο σχεδόν των δημοσίων υπηρεσιών αντιμετωπίζει εχθρικά τον ιδιωτικό τομέα και συστηματικά φροντίζει να μεγεθύνει το κόστος του με ένα πλήθος επιβαρύνσεων - και αυτό περιλαμβάνει τις νόμιμες επιβαρύνσεις και τα λαδώματα. Ετσι, η αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα μειώνεται και αυτό είναι καταστροφικό για την ελληνική οικονομία.
Γιατί είναι καταστροφικό; Διότι, σε αντίθεση με το παρελθόν, τώρα πλέον μόνον από τις εξαγωγές των ελληνικών επιχειρήσεων μπορεί να αναπτυχθεί η οικονομία και να αυξηθεί ο πλούτος της χώρας και όχι από τη δραστηριότητα του Δημοσίου. Οταν είχαμε τη δραχμή, το έλλειμμα των εξαγωγών δεν είχε μεγάλη σημασία, διότι απλούστατα τυπώναμε όσες δραχμές θέλαμε και πληρώναμε τους μισθούς του Δημοσίου. Τώρα που έχουμε το ευρώ, δεν μπορούμε να τυπώσουμε το χρήμα που μας λείπει και αναγκαστικά πρέπει να πάρουμε το χρήμα των άλλων χωρών. Αυτό γίνεται μόνον όταν οι εξαγωγές μας είναι περισσότερες από τις εισαγωγές, δηλαδή όταν έχουμε πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Σήμερα έχουμε το μεγαλύτερο έλλειμμα όλων των εποχών, το οποίο δυστυχώς αυξάνεται και με ταχύτατους ρυθμούς. Αν ο ιδιωτικός τομέας δεν αναπτυχθεί και δεν κάνει εξαγωγές, η δημόσια διοίκηση - και δυστυχώς όλοι μας μαζί της - θα πεινάσουμε διότι το χρήμα που κυκλοφορεί μέσα στη χώρα θα μειώνεται.
Οταν μιλάμε λοιπόν για μείωση του κράτους δεν πρέπει να περιοριζόμαστε στην πώληση μερικών μετοχών του ΟΤΕ του ΤΤ και άλλων υπό κρατικό έλεγχο επιχειρήσεων, αλλά να φροντίσουμε με γενναίες αποφάσεις να απεμπλέξουμε την οικονομία από το αντιπαραγωγικό τέρας της γραφειοκρατίας του Δημοσίου, το οποίο θα αποδειχθεί καταστροφικό αργά ή γρήγορα για την οικονομία.»
Το Βήμα
Κωστης Χατζηδακης
«Για πολλά χρόνια η Ελλάδα προχωρούσε μπροστά με αργούς ρυθμούς και παρά τη θέλησή της. Με πίεση κυρίως της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Την τελευταία τριετία έχουμε επιταχύνει το βηματισμό μας. Ομως οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να συνεχιστούν και να επεκταθούν. Στην προσπάθεια αυτή ίσως είναι τελικά πλεονέκτημα ότι έχουμε μείνει πίσω. Για τον απλό λόγο ότι δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Μπορούμε να δούμε τι πέτυχε αλλού και να το εφαρμόσουμε και