Η συνταγή είναι κλασική: Αν ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποδείξει την αθωότητά του, θα επιχειρήσει να τυλίξει την ενοχή του μέσα σε ένα πυκνό πέπλο αμφιβολιών. Ο συνήγορός του θα επιχειρήσει να κουράσει τους ενόρκους με διαρκείς αναβολές, παρελκυστικές ενστάσεις, μακρές διακοπές της δίκης και να τους αποδιοργανώσει, εμφανίζοντας την υπόθεση υπερβολικά μπερδεμένη, τεχνικά περίπλοκη, αντιφατική, ακατανόητη στον μέσο νου. Ώσπου ο ένορκος να μπαφιάσει, να αποκοιμηθεί στην έδρα, να νοσταλγήσει το σπίτι του και να πει, «δεν με παρατάτε πια, δεν καταλαβαίνω τίποτε...». Στην κλασική αυτή συνταγή προσέφυγε η κυβέρνηση για να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην υπόθεση των ομολόγων. Και όλα έδειχναν ότι τα είχε καταφέρει. Οι ένορκοι είχαν παραδοθεί στην παρελκυστική τακτική και την σοφιστική των συνηγόρων. Και το δικαστήριο είχε διακόψει, λόγω εκλογών. Ώσπου ήρθε η έκθεση του κ. Ζορμπά για να συνοψίσει εκ νέου το κατηγορητήριο, αυτή τη φορά κατά τρόπο απλό και σαφή.
Πρώτον, το περίφημο ομόλογο εκδόθηκε από τα δύο υπουργεία παρατύπως και όχι σύννομα. Δεύτερον, οι εκδότες του, τα υπουργεία, γνώριζαν τη διαδρομή του, γνώριζαν, δηλαδή, ότι θα υποχρεωθούν να το αγοράσουν τα αιχμάλωτα των κομματικών τους διοικήσεων Ταμεία. Τρίτον, κατά την αγοραπωλησία του παρήχθησαν υπερβολικές, υπέρμετρες αμοιβές τρίτων- προμήθειες, δηλαδή, ή άλλως «μίζες». Και, τέταρτον, υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι «μίζες» αυτές, ή μέρος τους, δεν ήταν σε όφελος των μεσολαβούντων ιδιωτών, αλλά απετέλεσαν «μαύρο πολιτικό χρήμα», που κατευθύνθηκε στα ταμεία συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, η ταυτότητα του οποίου νιαουρίζει σπαρακτικά στα κεραμίδια.
Τα τέσσερα αυτά δεδομένα δεν αποτελούν σκεπτικό καταδίκης. Είναι, απλώς, στοιχεία ενός κατηγορητηρίου. Αλλά είναι τόσο απλά και σαφή που βοηθούν τον μπαφιασμένο ένορκο να ανακαθήσει, του ξυπνούν ξανά το κοιμισμένο ενδιαφέρον για την υπόθεση και την ανάγκη για αλήθεια της και απόδοση δικαιοσύνης.
Η συνταγή, βλέπετε, είναι δοκιμασμένη. Αλλά ενίοτε το γλυκό δεν δένει...
Παύλος Τσίμας
Τα Νέα