Η ανάλυση του κ. Κωλέττη ξεκινά από την παρατήρηση πως όλο και συχνότερα σε πηχυαίους τίτλους επισημαίνεται ότι το Bitcoin – το οποίο σε προηγούμενη φάση παρουσιαζόταν ως «υγιές» σε επίπεδα άνω των 120.000 δολαρίων – υποχώρησε προς τη ζώνη των 60.000–65.000 δολαρίων.
Κατά πόσο, όμως, οι ανησυχίες για τα κρυπτονομίσματα, με αφορμή την πτώση του Bitcoin, πηγάζουν από ουσιαστικούς παράγοντες και όχι από «επιφανειακές» εκτιμήσεις και συγκυρίες;
Οι ειδικοί που παρακολουθούν τη συγκεκριμένη αγορά αποτυπώνουν τα πράγματα σε λιγότερο «εντυπωσιακές» και περισσότερο ρεαλιστικές διαστάσεις.
Η αγορά κρυπτονομισμάτων επηρεάζεται από τους ίδιους παράγοντες με τις άλλες αγορές
Ο κ. Κωλέττης εξηγεί ότι οι παραπάνω εξελίξεις δεν είναι «ξαφνικές», αλλά αποτέλεσμα μιας σειράς γεγονότων που επηρεάζουν όλες τις αγορές.
Σε ότι αφορά στην πτώση της αξίας του Bitcoin, αναφέρει ότι πρόκειται για πτώση της τάξης του 45%–50% από τα ιστορικά υψηλά του 2025, «η οποία όμως δεν συντελέστηκε σε λίγες ημέρες, αλλά σταδιακά, μέσα σε ένα ευρύτερο καθοδικό κύμα εβδομάδων και μηνών».
Σε σχέση με αυτό, σημειώνει ότι «στον δημόσιο λόγο, οι κρυπτοαγορές παρουσιάζονται συχνά μονοδιάστατα ως ο αποκλειστικός υπαίτιος της αστάθειας που τις χαρακτηρίζει. Παραγνωρίζεται, όμως, το γεγονός ότι η χειραγώγηση των αγορών αποτελεί διαχρονικό φαινόμενο σε ολόκληρο το χρηματοοικονομικό σύστημα – ιδίως σε αγορές με χαμηλότερη ωριμότητα, αυξημένη μόχλευση ή έντονο καινοτομικό χαρακτήρα. Οι δομικές αδυναμίες ενός νεοσύστατου και λιγότερο ρυθμισμένου τομέα καθιστούν το crypto ευάλωτο, όχι κατ’ ανάγκην ή κατ’ εξοχήν ένοχο.
Συχνά, η ευθύνη για τις έντονες διακυμάνσεις αποδίδεται μονομερώς στην ίδια την αγορά, σε “κακούς δρώντες” ή σε μεμονωμένα περιστατικά μεταξύ επενδυτών, παραβλέποντας τη βαθύτερη εικόνα. Η συζήτηση σπάνια αγγίζει τη δομική πραγματικότητα μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας που βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης, ούτε τη φυσική πορεία ωρίμανσης ενός νέου χρηματοοικονομικού οικοσυστήματος», αναφέρει ο ίδιος.
Νικόλαος Κωλέττης | Πολιτικός Επιστήμονας MSc, Αναλυτής Ψηφιακών Αγορών και Ιδρυτής & CEO της EWC Investments
Η έντονη μεταβλητότητα δεν αφορά μόνον στην αγορά κρυπτονομισμάτων
Έμφαση δίνει στο ότι «υποτιμάται ο ρόλος τεχνικών χειραγώγησης», οι οποίες – όπως τονίζει – «δεν αποτελούν αποκλειστικότητα του crypto, αλλά είναι διαχρονικά παρούσες σε όλες τις αγορές».
«Δρώντες που είτε δεν προέρχονται από τον χώρο των κρυπτονομισμάτων είτε, ακόμη κι αν προέρχονται, λειτουργούν με μηχανισμούς πανομοιότυπους με αυτούς της παραδοσιακής χρηματιστηριακής χειραγώγησης, δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά από πρακτικές που παρατηρούνται εδώ και δεκαετίες, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις μικρής κεφαλαιοποίησης μετοχές σε σχέση με τα altcoins χαμηλής ρευστότητας», σημειώνει.
Για να εξηγήσει τον επηρεασμό των αγορών από τις τους παραπάνω παράγοντες, ο κ. Κωλέττης δίνει το παράδειγμα της αγοράς ασημιού, η οποία «την ίδια περίοδο, σημείωσε έντονη μεταβλητότητα».
Πρόκειται, ωστόσο, όπως τονίζει για «ένα asset με αιώνες ιστορίας, το οποίο προβάλλεται συχνά ως “δεύτερο ασφαλές καταφύγιο μετά τον χρυσό”». Παρ’ όλα αυτά, «κατέγραψε απότομες διορθώσεις με διψήφιες απώλειες σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Σε ορισμένες συνεδριάσεις, οι πτώσεις υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες, ως αποτέλεσμα αυξημένης μόχλευσης, ρευστοποιήσεων και γενικευμένης μεταβλητότητας, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται ενιαία πτώση της τάξης του 35% μέσα σε λίγες ημέρες, όπως συχνά παρουσιάστηκε σε υπερβολικούς τίτλους».
Μία νεοσύστατη αγορά με τα ανάλογα χαρακτηριστικά
Ο CEO της EWC Investments σημειώνει, επίσης, ότι η αγορά των κρυπτονομισμάτων βρίσκεται ακόμα υπό διαμόρφωση και ως τέτοια είναι λογικό να έχει και τις όποιες «παιδικές ασθένειες» που συνεπάγονται.
«Παρά ταύτα, μόνο το Bitcoin – το πιο επενδυτικά ανώριμο από τα μεγάλα assets και ταυτόχρονα αυτό που βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία θεσμοθέτησης – τείνει να χαρακτηρίζεται μονοδιάστατα ως “επικίνδυνο asset”», υπογραμμίζει ο κ. Κωλέττης και προσθέτει:
«Δεν έτυχε να διαβάζουμε συχνά επικεφαλίδες για penny stocks που εξαφανίζονται “καθημερινά”, αλλά ακούμε διαρκώς την αφήγηση περί της επικινδυνότητας των altcoins. Η διαφοροποίηση εδώ είναι μόνο η διαφοροποίηση του χώρου στον οποίο συμβαίνουν τα ίδια οικονομικά λάθη ή οι δυσμενείς πρακτικές».
«Αυτά τα φαινόμενα αντιμετωπίζονται συνήθως ως “γνωστοί κίνδυνοι” της χρηματιστηριακής αγοράς και όχι ως απόδειξη ότι ολόκληρο το χρηματιστηριακό σύστημα είναι εγγενώς προβληματικό», λέει και καταλήγει ότι βάσει αυτού «το ίδιο πλαίσιο κατανόησης θα πρέπει να εφαρμοστεί και στην αγορά των κρυπτονομισμάτων».
Άλλωστε, όπως σημειώνει, «και εδώ υπάρχουν τα αντίστοιχα των penny stocks, δηλαδή altcoins χαμηλής ρευστότητας και αυξημένου ρίσκου. Και εδώ υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες απώλειας κεφαλαίου. Αυτό, όμως, στη σημερινή φάση εξέλιξης της αγοράς, οφείλει να θεωρείται δεδομένο».
Συνεπώς, «όπως ακριβώς η ευθύνη βαρύνει τον χρηματιστηριακό επενδυτή όταν δρα σε αγορές υψηλού ρίσκου, έτσι θα πρέπει να βαρύνει και τον επενδυτή των κρυπτονομισμάτων».
Κρυπτονομίσματα: Μία αγορά υψηλού ρίσκου με ό,τι αυτό συνεπάγεται
Ο κ. Κωλέττης τονίζει ότι ακόμη και «ώριμες» αγορές χαμηλού ρίσκου έχουν εμφανίσει ακραίες διακυμάνσεις, όμως σε αυτή την περίπτωση η αντιμετώπιση των διακυμάνσεων αυτών δε γίνεται με ακραίο τρόπο, όπως στην περίπτωση των κρυπτονομισμάτων.
«Ακόμη και αγορές με μακρά ιστορία και θεσμική αποδοχή, όπως τα πολύτιμα μέταλλα ή οι μετοχές, μπορούν να εμφανίσουν ακραίες διακυμάνσεις σε περιόδους έντονης γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αβεβαιότητας. Αυτά όμως, δεδομένου ότι λαμβάνουν χώρα σε άλλες, ανώτερες και ισχυρότερες δομημένες “περιοχές” της οικονομίας, δεν χρήζουν της ίδιας αντιμετώπισης – και ορθώς συμβαίνει αυτό», σημειώνει.
Ωστόσο, είναι φανερό ότι οι διψήφιες πτώσεις δεν αποτελούν αποκλειστικότητα των κρυπτονομισμάτων.
«Διορθώσεις της τάξης του 10%–15% σε μεγάλες αμερικανικές μετοχές έχουν καταγραφεί στο ευρύτερο πρόσφατο διάστημα, από τα τέλη του 2025 έως τις αρχές του 2026. Πρόκειται για εταιρείες – ναυαρχίδες της παγκόσμιας οικονομίας, κομβικές για τις δυτικές αγορές – όχι για νεοσύστατα assets. Κι όμως, οι κινήσεις αυτές αντιμετωπίζονται ως “φυσιολογικές διορθώσεις”, όχι ως ένδειξη συστημικού κινδύνου», παρατηρεί.
Απ’ την άλλη, παραδέχεται ότι «πράγματι το Bitcoin και τα κρυπτονομίσματα είναι επενδύσεις υψηλού κινδύνου», καθώς δεν υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στην ιστορική μεταβλητότητα του Bitcoin και εκείνη των blue chip μετοχών. Αλλά, την ίδια στιγμή, τονίζει ότι είναι εξίσου δύσκολο να αγνοηθεί η ιστορική τους κερδοφορία σε βάθος χρόνου, ιδίως όταν συγκριθεί με τις αποδόσεις παραδοσιακών αγορών.
«Σε ορισμένες περιπτώσεις, κρυπτονομίσματα έχουν προσφέρει αποδόσεις που δεν συναντώνται εύκολα αλλού, υπό την προϋπόθεση σωστής χρονικής εισόδου και εξόδου. Αυτό δεν αναιρεί τον αυξημένο κίνδυνο, απλώς εξηγεί γιατί το crypto παραμένει επενδυτικά ελκυστικό για ένα μέρος της αγοράς», αναφέρει ο κ. Κωλέττης.
Το συμπέρασμα, κατά τον ίδιο, είμαι πως «οι πτώσεις είναι εκεί και ενώ η αγορά των crypto ωριμάζει, ο πόνος της ωρίμανσης αιμορραγεί εντός των τιμών των crypto. Το ίδιο όμως αποκαλυπτικό σενάριο πτώσης, υπό ακραίες γεωπολιτικές συνθήκες, μπορεί να αφορά και κρατικά νομίσματα ή καθιερωμένα “ασφαλή καταφύγια”. Οι νεοφυείς αγορές βιώνουν τέτοιες κινήσεις πρώτες και εντονότερα, καθώς σε περιόδους κρίσης το επενδυτικό κοινό αποστρέφεται το ρίσκο και την καινοτομία».
Κανείς δε μιλάει για το «μετά»
Ο κ. Κωλέττης παρατηρεί ότι «ελάχιστη αναφορά γίνεται στο τι συμβαίνει στα λεγόμενα safe haven assets όταν η γεωπολιτική ένταση αρχίζει να αποκλιμακώνεται».
«Πόσο θα υποχωρήσουν; Πού θα κατευθυνθεί το κεφάλαιο; Σε περιόδους έντονης προστατευτικότητας, αυτές οι μεταγενέστερες αλήθειες σπανίως αναδεικνύονται, παρότι οι καθυστερημένες αποφάσεις εξόδου μπορούν να έχουν σοβαρές επενδυτικές συνέπειες. Τι θα γίνει όταν θα έρθει η μέρα που θα ακουστεί στις επενδυτικές οθόνες η φράση Risk On;», διερωτάται.
Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνει ότι είναι άστοχο η αγορά κρυπτονομισμάτων να κρίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το ευρύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, αλλά και το γεγονός ότι πρόκειται, όπως αναφέρθηκε, για μία νεοσύστατη αγορά (με ότι μειονέκτημα συνεπάγεται αυτό), καθώς επίσης και για μία αγορά υψηλού ρίσκου.
«Το να αντιμετωπίζονται οι κρυπτοαγορές αποκομμένες από το ευρύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον αποτελεί θεμελιώδες αναλυτικό σφάλμα», αναφέρει και εξηγεί:
«Τα κρυπτονομίσματα έχουν πλέον σαφή θέση στην παγκόσμια οικονομία ως high-risk digital assets, επενδύσεις υψηλού κινδύνου αλλά και δυνητικά υψηλών αποδόσεων. Λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας, γεωπολιτικών συγκρούσεων, ενεργειακών πιέσεων, νομισματικής σύσφιξης και πολιτικών ανταγωνισμών. Σε τέτοιες συνθήκες, καμία κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, παραδοσιακή ή εναλλακτική, δεν μένει ανεπηρέαστη.
Η αφήγηση περί “επικίνδυνων crypto” συνοδεύεται συχνά από μια βολική αποσιώπηση: ότι η παραπληροφόρηση και τα επενδυτικά narratives δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο άπειρων χρηστών ή social media. Η ιστορία των αγορών είναι γεμάτη παραδείγματα όπου η υπερβολική αισιοδοξία και οι μαζικές προσδοκίες καλλιεργήθηκαν από θεσμικούς παράγοντες και μεγάλους οικονομικούς οίκους, ιδιαίτερα στις λεγόμενες “σοβαρές” επενδύσεις».
Σε αυτό το πλαίσιο, τα κρυπτονομίσματα φέρουν αυξημένο ρίσκο όχι επειδή είναι εγγενώς «απάτη» ή «φούσκα», αλλά επειδή αποτελούν μια νεοσύστατη οικονομία σε διαδικασία θεσμοθέτησης, με χαμηλότερη ρευστότητα και υψηλή έκθεση στην ψυχολογία, τον φόβο και το αφήγημα της αγοράς, σημειώνει ο κ. Κωλέττης, τονίζοντας πως: «Παρά ταύτα, τα θεμελιώδη στοιχεία του χώρου παραμένουν· ασφαλής και ταχεία μεταφορά κεφαλαίων, αποκέντρωση, ανθεκτικά δίκτυα και επιτάχυνση της ψηφιοποίησης του χρήματος και των χρηματοοικονομικών υποδομών».
Συνοψίζοντας, «η πορεία μιας νεοσύστατης οικονομίας όπως τα crypto δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης παγκόσμιας αστάθειας. Οι αγορές δεν τιμωρούν την καινοτομία· τιμολογούν τον φόβο, τη ρευστότητα και την ισχύ. Και αυτό ισχύει διαχρονικά για όλες τις αγορές, χωρίς εξαιρέσεις».



