Στο πλαίσιο αυτό, ο ευρύτερος δείκτης της αμερικανικής αγοράς υποχώρησε 0,48% και έκλεισε στις 7.619,98 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite σημείωσε απώλειες 0,56% στις 26.186,41 μονάδες. Ο Dow Jones Industrial Average έχασε 152,09 μονάδες ή 0,29%, κλείνοντας στις 52.421,20 μονάδες.
Στα χαμηλά της συνεδρίασης, ο S&P 500 και ο Nasdaq υποχωρούσαν κατά 0,8% και 1,3%, αντίστοιχα, ενώ ο Dow Jones έχανε σχεδόν 300 μονάδες ή περίπου 0,6%.
Πιέσεις στις μετοχές της AI
Οι μετοχές που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη υποχώρησαν διεθνώς, μετά την έκκληση του διευθύνοντος συμβούλου της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, να επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης των δυνατοτήτων της AI. Την πρόταση στήριξαν και άλλα κορυφαία στελέχη του τεχνολογικού κλάδου.
Ο Αμοντέι ανέφερε σε άρθρο του το Σάββατο ότι οι εταιρείες AI θα πρέπει να επιβραδύνουν τον ρυθμό ανάπτυξης των πλέον προηγμένων μοντέλων τους λόγω των κινδύνων για την ασφάλεια. Σε συνέντευξή του στο CBS News την Κυριακή, χαρακτήρισε ως το «δυσκολότερο δίλημμα» το ενδεχόμενο οι αμερικανικές εταιρείες να περιορίσουν την ανάπτυξη της AI, ενώ η Κίνα δεν ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση.
Την ίδια ώρα, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, δήλωσε σε συνέντευξή του το Σάββατο ότι η εισαγωγή της εταιρείας στο χρηματιστήριο εντός του 2026 θα ήταν «κακή ιδέα».
Η Nvidia υποχώρησε κατά 3%, ενώ οι Broadcom και Advanced Micro Devices (AMD) σημείωσαν πτώση άνω του 4%. Η Intel έχασε περισσότερο από 5%, ενώ η Marvell Technology υποχώρησε άνω του 7%.
«Προφανώς, το γεγονός ότι ορισμένα προβεβλημένα ονόματα υποστηρίζουν πως πρέπει να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη των μοντέλων Frontier AI μπορεί να προκαλεί αρχικά σοκ, αλλά κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι ακριβώς που θέλει η αγορά», δήλωσε ο Ντέιβιντ Βάγκνερ, επικεφαλής μετοχών στην Aptus Capital Advisors.
Όπως εξήγησε, εάν περιοριστούν οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, θα επιβραδυνθούν και τα κέρδη, όμως οι ελεύθερες ταμειακές ροές πιθανότατα θα ενισχυθούν, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διεύρυνση των πολλαπλασιαστών αποτίμησης προς τα επίπεδα του Δεκεμβρίου 2025.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η αγορά γνωρίζει πως εισέρχεται σε μια εποχικά αδύναμη περίοδο και ότι, σε συνδυασμό με την αυξημένη πολιτική ρητορική ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, οι συνθήκες ενδέχεται να παραμείνουν δύσκολες για τις μετοχές.
Άνοδος του πετρελαίου
Στο μέτωπο της ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν, αφού η Σαουδική Αραβία ανέστειλε τη λειτουργία σημαντικού αγωγού που παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ. Οι τιμές υποχώρησαν αργότερα από τα υψηλά της ημέρας.
Τα συμβόλαια του West Texas Intermediate (WTI) ενισχύθηκαν κατά 1,34%, κλείνοντας στα 101,39 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent σημείωσε άνοδο 1,02%, στα 105,68 δολάρια.
Οι τιμές του αμερικανικού αργού ξεπέρασαν την περασμένη εβδομάδα τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο, καθώς κλιμακώθηκε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος του πετρελαίου επιβάρυνε και τους τρεις βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες, με τον Dow Jones να καταγράφει τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση του από τον Μάρτιο.
Στο επίκεντρο η Fed και οι αποδόσεις των ομολόγων
Οι αγορές στρέφουν πλέον την προσοχή τους στη Federal Reserve, η οποία συνεδριάζει αυτή την εβδομάδα για τη νομισματική πολιτική του Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME, οι επενδυτές αποτιμούν πιθανότητα περίπου 92% για αύξηση των επιτοκίων.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σημείωσαν απότομη άνοδο τη Δευτέρα, ενόψει της συνεδρίασης της Fed, με την απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου να αγγίζει το υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2023 και να προσεγγίζει προσωρινά το 5%.
Αργότερα, ωστόσο, οι αποδόσεις υποχώρησαν από τα υψηλά τους. Η απόδοση του 10ετούς βρισκόταν τελευταία στο 4,987%, αυξημένη κατά λίγο περισσότερο από μία μονάδα βάσης.
Πτώση 5% για την Bank of America
Σημαντικές απώλειες κατέγραψε και η Bank of America, με τη μετοχή της να υποχωρεί κατά 5%.
Η πτώση ήρθε μετά τις δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου Μπράιαν Μόινιχαν, ο οποίος εκτίμησε ότι τα έσοδα από επενδυτική τραπεζική κατά το τρίτο τρίμηνο θα μειωθούν πιθανότατα περισσότερο από 10% σε σχέση με πέρυσι, ενώ τα έσοδα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές αναμένεται να παραμείνουν περίπου στα ίδια επίπεδα.



