Τα αποτελέσματα της Κυριακής (23/2) ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενα. Το CDU/CSU έμεινε τελικά κάτω του 30%, πιάνοντας μόλις 28,6%. Πρόκειται για μια πύρρειο νίκη, καθώς το συντηρητικό κόμμα είχε προσδοκίες για ακόμη καλύτερη επίδοση, που θα της έδινε μεγαλύτερη ευχέρεια στο σχηματισμό κυβέρνησης.
Τώρα η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, αλλά SPD και Πράσινοι βρίσκονται αναμφίβολα στην εξίσωση της επόμενης μέρας, στην οποία ο επικεφαλής του CDU Φρίντριχ Μερτς θα γίνει ο πρώτος καγκελάριος στη μεταπολεμική Γερμανία που δεν έχει καμία κυβερνητική εμπειρία είτε σε ομοσπονδιακό επίπεδο, είτε σε κρατιδιακό είτε σε αυτοδιοικητικό επίπεδο. Επομένως θα έχει παραπάνω ενδιαφέρον να δούμε πώς θα ανταποκριθεί στον ρόλο αυτό.
Τα τελικά εκλογικά αποτελέσματα διαμορφώθηκαν ως εξής:
- Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU): 28,6%
- Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD): 20,8%
- Σοσιαλδημοκράτες (SPD): 16,4%
- Πράσινοι: 11,6 %
- Αριστερά (Die Linke): 8,8%
- Φιλελεύθεροι (FDP): 4,3%
- Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW): 4,97%
Πώς εξηγείται η πτώση του Σολτς
Το χειρότερο εκλογικό του αποτέλεσμα στην μεταπολεμική Γερμανία κατέγραψε το SPD του Όλαφ Σολτς με μόλις 16,4%. Στον Σολτς ασκούνταν έντονη κριτική για ασαφή μηνύματα και για μέτριες ηγετικές ικανότητες, ενώ άφηνε τους κυβερνητικούς του εταίρους να αντιμάχονται στα τηλεοπτικά πάνελ, μέσω διαρροών στις εφημερίδες ακόμη και στην ομοσπονδιακή Βουλή. Η αποφυγή του Σολτς να επέμβει σε αυτές τις ενδοκυβερνητικές κόντρες και η αποτυχία του να πειθαρχήσει τον συνασπισμό του, του στοίχισε εν τέλει εκλογικά. Η απόφασή του να αποπέμψει τον Υπουργό Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ τον περασμένο Νοέμβριο, ανοίγοντας με αυτήν την επιλογή των δρόμο για νέες εκλογές δεν έφερε εν τέλει αλλαγή στα χαμηλά ποσοστά αποδοχής του από τους Γερμανούς πολίτες, γεγονός που επιβεβαιώνονται από όλες τις μετρήσεις.
Σημειώνεται επίσης πώς υπήρχε μεγάλη απογοήτευση για τον Όλαφ Σολτς και εντός του κόμματό του, στον βαθμό που υπήρχαν αρκετά μέλη που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν ενεργά στην προεκλογική εκστρατεία. Χαρακτηριστικό ήταν επίσης το άδειασμα του Δημάρχου του Μονάχου, ο οποίος προέρχεται από το SPD, που αρνήθηκε να απευθύνει χαιρετισμό στην προεκλογική συγκέντρωση του Σολτς στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας.
Επιπλέον, ο Σολτς δήλωσε στο τηλεοπτικό πάνελ των «ελέφαντων» (σε αυτό το τηλεοπτικό πάνελ συζητούν οι επικεφαλής εκπρόσωποι των σημαντικότερων κομμάτων μετά το πέρας της εκλογικής διαδικασίας) ότι δεν θα ηγηθεί των επερχόμενων διαπραγματεύσεων με τους Χριστιανοδημοκράτες για τη σύναψη συνασπισμού. Τη θέση του προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD στη Βουλή αναμένεται να αναλάβει ο Λαρς Κλίνγκμπαιλ.
Περιορισμένη φθορά για τους Πράσινους- Αβέβαιο το μέλλον του Χάμπεκ
Οι Πράσινοι είχαν μεν με 11,6% (από 14,7% το 2021) τη μικρότερη φθορά από τα κόμματα που συμμετείχαν στον συνασπισμό του Όλαφ Σολτς, ωστόσο τα ποσοστά κρίνονται απογοητευτικά. Το πολιτικό μέλλον του επικεφαλής του κόμματος για τις εκλογές Ρόμπερτ Χάμπεκ φαίνεται αβέβαιο για την ώρα και θα εξαρτηθεί από αρκετούς παράγοντες.
Στη Γερμανία κυκλοφορούν φήμες, ότι η παραμονή του Χάμπεκ στα πολιτικά πράγματα εξαρτάται από την συμμετοχή του κόμματος στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις, η επίτευξη κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν κρίνεται πλέον από τις έδρες των Πρασίνων. Επομένως, πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Χάμπεκ θα αποχωρήσει πιθανότατα από την πρώτη γραμμή του κόμματος.
Η ανάσταση της Αριστεράς, η αποτυχία της Βάγκεκνεχτ και το τέλος του Λίντνερ
Σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ευρήματα, υπάρχει μία αρκετά μεγάλη μετατόπιση κυρίως Πράσινων αλλά και Σοσιαλδημοκρατών ψηφοφόρων προς το αριστερό κόμμα Die Linke, η οποία σημείωσε εξαιρετικά καλές αποδόσεις, κυρίως σε αστικά κέντρα τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Γερμανία. Το κόμμα που στις περασμένες Ευρωεκλογές συγκέντρωσε μόλις 2,7% και μαχόταν για την επιβίωσή του, πέτυχε ένα μεγάλο comeback με 8,8%, διπλασιάζοντας σχεδόν τα ποσοστά της συγκριτικά με το 2021. Η Linke επωφελήθηκε επίσης από την πρόσφατη σύμπραξη του Φρίντριχ Μερτς με την ακροδεξιά AfD σε ένα ψήφισμα και ένα νομοσχέδιο που είχαν ως στόχο τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών, καθώς κατάφερε να κινητοποιήσει μάζες ανθρώπων που τάσσονται κατά της ακροδεξιάς.
Όσον αφορά την Σάρα Βάγκεκνεχτ που αποχώρησε από την Linke δημιουργώντας δικό της πολιτικό φορέα, δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή για μόλις 0,03%. Ως εκ τούτου, ανοίγει πλέον ο δρόμος για συγκυβέρνηση αποτελούμενη από μόλις δύο κόμματα, καθώς αρκούν οι έδρες των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών για τη διασφάλιση κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες μένουν με 4,3% εκτός Βουλής, με τον πρώην Υπουργό Οικονομικών και πρόεδρο του κόμματος Κρίστιαν Λίντνερ να ανακοινώνει την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική αργά το βράδυ της Κυριακής (23/2).
Η AfD «προελαύνει» προς τη Δύση
Αναμφίβολα, και σε αυτές τις εκλογές, υπήρξε συνέχεια της ακροδεξιάς στροφής που παρατηρείται στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Προκαλεί παραπάνω ανησυχίες το γεγονός ότι αυτή πραγματοποιείται πλέον και στη Γερμανία, καθώς «ξυπνάει» άσχημες ιστορικές μνήμες, λόγω του ναζιστικού της παρελθόντος.
Αναλυτικότερα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατέγραψε 20,8% σε ομοσπονδιακό επίπεδο και πλέον παύει να αποτελεί «αποκλειστικό» κόμμα των περιοχών της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας στα ανατολικά της χώρας. Ενδεικτική είναι η επίδοσή της στο βόρειο κρατίδιο του Σλέσβιγκ Χόλσταϊν, που θεωρείται γενικότερα ένα από τα πιο φιλελεύθερα-προοδευτικά κρατίδια της Γερμανίας. Η ΑfD φαίνεται να πετυχαίνει ποσοστό της τάξης του 16,2% (!) όταν στις κρατιδιακές εκλογές του Μαΐου του 2022 συγκέντρωνε μόλις 4,4%, μένοντας χωρίς παρουσία στο τοπικό κοινοβούλιο.
Αν μη τι άλλο, η επέκταση και εδραίωση της AfD σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια είναι πλέον γεγονός, με την κατάσταση στην Ανατολική Γερμανία να είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Κόμματα και κοινωνικοί φορείς καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν μια νέα πραγματικότητα.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η μεγάλη συμμετοχή που υπήρξε σε αυτήν την εκλογική διαδικασία, καθώς 83,1% των ψηφοφόρων έκανε χρήση της ψήφου του, έναντι 76,4% το 2021.
Γιώργος Ραυτόπουλος



