Σε εμπορικό deal κατέληξαν ΗΠΑ και ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο θα επιβληθούν δασμοί 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα, με εξαιρέσεις σε φάρμακα, πτητικά μέσα, ποτά και βιομηχανικό εξοπλισμό, ενώ για χάλυβα και αλουμίνιο προβλέπονται κάποιες ποσοστώσεις, πέραν των οποίων, ωστόσο, ισχύει δασμός 50%.
Ωστόσο, η συμφωνία αυτή δεν φαίνεται να αφήνει κανέναν ευρωπαίο αξιωματούχο ευχαριστημένο μιας και από την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησαν οι γκρίνιες αφού ναι μεν όλοι θεωρούν «απαραίτητους – ουσιαστικά- τους δασμούς αυτούς» αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζουν ότι, ουσιαστικά, η Ευρώπη «ταπεινώθηκε» μπροστά στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Ακόμα, και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι – φανατική «οπαδός» και σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ- φάνηκε επιφυλακτική ως προς την συμφωνία «Θα πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά σχετικά με τη συμφωνία, διότι αυτό που υπογράφηκε χθες είναι μια προκαταρκτική συμφωνία που δεν είναι νομικά δεσμευτική. Υπάρχουν λεπτομέρειες τις οποίες πρέπει να δουλέψουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ενδεικτικό του προβληματισμού που υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την συμφωνία με τις ΗΠΑ, είναι και το γεγονός ότι αν και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια άνοιξαν τις συνεδριάσεις τους με θετικό πρόσημο, τελικά έκλεισαν με σημαντικές απώλειες. Πιο συγκεκριμένα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 διέγραψε τα αρχικά του κέρδη και έκλεισε με πτώση 0,23%, καθώς οι επενδυτές εμφανίστηκαν λιγότερο θετικοί απέναντι στις λεπτομέρειες της συμφωνίας. Επιπλέον, και το ευρώ υπέστη τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του έναντι του δολαρίου από τον Μάιο τη Δευτέρα 28/7, όντας κατά 1,3% αποδυναμωμένο στα 1,159 δολάρια.
Επιφυλακτικός ακόμα και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου
Από την άλλη, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφκοβιτς αναφερόμενος στην συμφωνία μίλησε για έναν «αναγκαίο συμβιβασμό», που αποτρέπει έναν εμπορικό πόλεμο και διασφαλίζει την οικονομική σταθερότητα. «Αυτή είναι σαφώς η καλύτερη συμφωνία που θα μπορούσαμε να επιτύχουμε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες», συμπλήρωσε, εκφράζοντας την πεποίθησή του ότι τα οφέλη υπερτερούν των συμβιβασμών.
Αναφερόμενος στις επικρίσεις από ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που χαρακτήρισαν τη συμφωνία «ετεροβαρή» ή «απογοητευτική», ο Μ. Σέφκοβιτς υποστήριξε ότι πρόκειται για λανθασμένες αναγνώσεις της κατάστασης. «Κάνουν λάθος όσοι νομίζουν ότι μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτό που γνωρίζαμε πριν από τη 2α Απριλίου», τόνισε, παραπέμποντας στην ημερομηνία κατά την οποία ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε τους δασμούς κατά των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ. «Ο κόσμος που ξέραμε πριν από τη 2α Απριλίου, δεν υπάρχει», επανέλαβε, προσπαθώντας να δώσει το στίγμα της νέας εποχής που διαμορφώνεται στο παγκόσμιο εμπόριο.
Γαλλία και Ουγγαρία, οι μεγαλύτεροι πολέμιοι της συμφωνίας
Η αρχή των αντιδράσεων στην Ευρώπη, έγινε από την Γαλλία και τον πρωθυπουργό Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος χαρακτήρισε την ημέρα της ανακοίνωσης της συμφωνίας ως «σκοτεινή μέρα για την Ευρώπη», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια στιγμή υποταγής της Ένωσης στις αμερικανικές πιέσεις. «Είναι μια σκοτεινή ημέρα όταν μια συμμαχία ελεύθερων λαών, ενωμένων για να διεκδικήσουν τις αξίες τους και να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, αποφασίζει να υποταχθεί», έγραψε χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του στο X, λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας και μίλησε για υποταγή στον Αμερικανό πρόεδρο.
Πιο δεικτικός στις δηλώσεις του, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν τόνισε ότι: «Δεν ήταν μια συμφωνία που έκανε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ που “έφαγε την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για πρωινό”».
Ναι μεν αλλά για την Γερμανίδα υπουργό Οικονομικών
Ως «πρόκληση» περιέγραψε τους νέους δασμούς για τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, από την πλευρά της, η Γερμανίδα υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε, υποστήριξε ωστόσο ότι «το θετικό είναι ότι παρέχουν ασφάλεια». «Να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα», ζήτησε ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος, ενώ για «πλήγμα» στην οικονομία κάνουν λόγο οι Γερμανοί βιομήχανοι.
Λίγο αργότερα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αν και ήταν από τους πρώτους που εξέφρασε δημοσίως την ικανοποίησή του χθες, Κυριακή για τη συμφωνία χαρακτηρίζοντάς την «θετικό γεγονός» καθώς όπως είπε απετράπη η επαπειλούμενη κλιμάκωση της εμπορικής διένεξης, η οποία θα έπληττε σκληρά τη γερμανική οικονομία, προειδοποίησε σήμερα ότι η εξέλιξη αυτή θα έχει σοβαρές συνέπειες για την ΕΕ. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει «σημαντικές ζημίες» από τους νέους δασμούς των ΗΠΑ, παρόλο που παραδέχτηκε ότι το μπλοκ «δεν θα μπορούσε να περιμένει να πετύχει περισσότερα» από τις συνομιλίες με τον Τραμπ.
Η επιβολή νέων δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε προϊόντα όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο αναμένεται να έχει άμεσες και αισθητές επιπτώσεις στη γερμανική και ευρωπαϊκή οικονομία, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία (IfW). Οι αναλυτές του Ινστιτούτου εκτιμούν ότι η συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ θα οδηγήσει σε μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Γερμανίας κατά 0,15% εντός ενός έτους, προκαλώντας οικονομικές απώλειες ύψους 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Σάνστεθ: Υποστηρίζω την συμφωνία, χωρίς κανένα ενθουσιασμό
«Υποστηρίζω αυτή την εμπορική συμφωνία, αλλά το κάνω χωρίς κανένα ενθουσιασμό», είπε από την πλευρά του ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για τον απολογισμό των τελευταίων έξι μηνών της κυβέρνησης, στο Παλάτι Μονκλόα στη Μαδρίτη της Ισπανίας, ο Σάντσεθ είπε ότι η Ευρώπη πρέπει να αντλήσει διδάγματα από αυτήν την κατάσταση και να εντείνει τα σχέδιά της για την επίτευξη στρατηγικής αυτονομίας και την ανάπτυξη καλύτερων εμπορικών δεσμών με άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του μπλοκ Mercosur.
Συγκεκριμένα είπε ότι η ΕΕ πρέπει να διαφοροποιήσει τις εμπορικές της σχέσεις με άλλες χώρες και να επιδιώξει συμφωνίες με χώρες όπως η Ινδονησία και η Ινδία.
ΕΚΤ: Μειώνεται η πιθανότητα μειώσεων των επιτοκίων
Όσον αφορά την νομισματική πολιτική, το βασικό σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναφερόταν σε μια συμφωνία που θα διαμόρφωνε τους δασμούς στις ευρωπαϊκές εισαγωγές στο 10%. Ωστόσο, αν και το τελικό ποσοστό «κλείδωσε» τελικά στο 15% περιλαμβάνοντας και ισχυρές επενδύσεις από την ΕΕ στις ΗΠΑ, η σημαντική μείωση της εμπορικής αβεβαιότητας και η διαβεβαίωση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ότι πρόκειται για το «καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα εντός διαχειρίσιμου πλαισίου» εκτιμάται ότι θα οδηγήσει την ΕΚΤ να μην προχωρήσει σε αρνητική αναθεώρηση των εκτιμήσεων της.
Εντούτοις, η πιθανότητα νέων μειώσεων επιτοκίων φαίνεται να μειώνεται, εκτός απροόπτου, αναφέρει η τράπεζα στην ανάλυση της.
Αντιρρήσεις για την συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ και από τη Ρωσία
Την έντονη αντίδραση και της Μόσχας προκάλεσε το νέο εμπορικό πλαίσιο που συμφωνήθηκε πρόσφατα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και νυν αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της χώρας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, χαρακτήρισε τη συμφωνία «αντιρωσική», υποστηρίζοντας ότι ουσιαστικά συνιστά μια de facto απαγόρευση στην αγορά ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σε ανάρτησή του στην εφαρμογή Telegram, ο Μεντβέντεφ υποστήριξε ότι η συμφωνία «απαγορεύει την αγορά του δικού μας πετρελαίου και φυσικού αερίου» και προέβλεψε σοβαρές επιπτώσεις για την Ευρώπη και τους πολίτες της. Όπως είπε, οι απλοί Ευρωπαίοι θα αναγκαστούν να πληρώνουν υψηλότερες τιμές για την ενέργεια, σε μια περίοδο που η ήπειρος ήδη προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.






