Κατά τις πιο έντονες φάσεις των συγκρούσεων, το ημερήσιο κόστος ξεπερνά τα 200 εκατ. δολάρια, με μεγάλο βάρος στους αναχαιτιστικούς πυραύλους, τα πυρομαχικά και τις αεροπορικές επιχειρήσεις. Μόνο η αποκατάσταση των υποδομών που έχουν καταστραφεί εκτιμάται ότι θα χρειαστεί επιπλέον 400 εκατ. δολάρια.
Η πίεση αποτυπώνεται και στους μακροοικονομικούς δείκτες. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 21% στο τελευταίο τρίμηνο του 2023 και κατά 3,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2025, σημάδι ότι η οικονομία υφίσταται τόσο κυκλικές όσο και δομικές επιπτώσεις από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση. Η κατανάλωση έχει μειωθεί αισθητά, οι επενδύσεις καθυστερούν, ενώ η εξάρτηση από τις πολεμικές δαπάνες διαμορφώνει ένα νέο, ιδιαίτερα βαρύ δημοσιονομικό πλαίσιο.
Το έλλειμμα του προϋπολογισμού εκτοξεύτηκε στο 6,9% του ΑΕΠ το 2024, έναντι λιγότερο από 3% πριν από τον πόλεμο. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 69% του ΑΕΠ (1,33 τρισ. σεκέλ), από 61,3% το 2023. Οι εκτιμήσεις της Τράπεζας του Ισραήλ προβλέπουν ότι το συνολικό κόστος μπορεί να φτάσει τα 90 δισ. δολάρια αν οι συγκρούσεις παραταθούν. Οι οίκοι Moody’s και S&P έχουν ήδη σημάνει συναγερμό για νέες υποβαθμίσεις, λόγω του δημοσιονομικού κενού και των αυξανόμενων αναγκών δανεισμού.
Ο τεχνολογικός τομέας, βασικό στήριγμα της ισραηλινής οικονομίας, έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Από 2,2 δισ. δολάρια επενδύσεων venture capital το 2023, στο πρώτο μισό του 2025 αντλήθηκαν μόλις 260 εκατ., με εκτιμήσεις για 350 εκατ. στο σύνολο της χρονιάς. Το χάσμα σε σχέση με τα 6 δισ. των «χρυσών ετών» 2021–2022 είναι τεράστιο. Παράλληλα, μόλις 29% των funds έπιασαν τους στόχους άντλησης το 2024, έναντι 87% το 2018.
Το Start-Up Nation Central αναφέρει ότι οι μισές εταιρείες τεχνολογίας ακύρωσαν επενδυτικά σχέδια, ενώ οι εξαγορές και συγχωνεύσεις περιορίστηκαν στα 9,6 δισ. δολάρια, από 10,6 δισ. την προηγούμενη χρονιά.
Καθοδική πορεία στο εμπόριο
Οι εξαγωγές κατρακύλησαν από 74 δισ. δολάρια το 2022 σε 62 δισ. το 2024 και εκτιμάται ότι το 2025 δεν θα ξεπεράσουν τα 52 δισ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει μερική αναστολή εμπορικών προνομίων, ενώ ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη απαγορεύσει εισαγωγές προϊόντων από εποικισμούς. Παράλληλα, πολυεθνικές εταιρείες παγώνουν ή αποσύρονται από επενδυτικά σχέδια σε τομείς τεχνολογίας και υποδομών.
Η φαινομενική σταθερότητα του σεκέλ και της απασχόλησης στηρίζεται σε κρατικές παρεμβάσεις και στη συνεχή αμερικανική στήριξη. Όμως πίσω από την εικόνα αυτή κρύβονται αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης χρέους, συρρίκνωση εξαγωγών και φυγή κεφαλαίων.
Αναλυτές της Τράπεζας του Ισραήλ προειδοποιούν ότι ακόμα και με λήξη του πολέμου, η ανάκαμψη θα είναι βραδεία και άνιση. Το υψηλό χρέος, η αποδυναμωμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών και η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα θα συνεχίσουν να βαραίνουν την οικονομία. Η επιστροφή σε τροχιά σταθερότητας θα απαιτήσει πολιτική λύση, ξένες επενδύσεις και ανασυγκρότηση εμπιστοσύνης στο οικονομικό μοντέλο της χώρας.






