Η Μάριον Αλεμάιερ, κομμώτρια από τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, θυμάται ακόμη τη 23η Μαρτίου 2020, τη δεύτερη μέρα του πρώτου lockdown στη Γερμανία. Εκείνη την ημέρα, ο τότε υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ (CDU) και ο τότε υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς (SPD) παρουσίαζαν με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα «Soforthilfe», την έκτακτη οικονομική βοήθεια για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους.
«Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για επιχορήγηση, όχι για δάνειο. Δεν θα χρειαστεί να επιστραφεί», είχε διαβεβαιώσει τότε ο Σολτς.
«Δεν θα αφήσουμε κανέναν πίσω!», είχε προσθέσει ο Αλτμάιερ.
Από την “σανίδα σωτηρίας” στην επιστροφή χρημάτων
Η Μάριον Αλεμάιερ έλαβε 9.000 ευρώ, ένα ποσό που της επέτρεψε να επιβιώσει για τις έξι εβδομάδες που το κομμωτήριό της έμεινε κλειστό. «Χωρίς αυτά τα χρήματα δεν θα είχαμε αντέξει», λέει σήμερα στην Deutsche Welle. Όμως, πέντε χρόνια αργότερα, οι ίδιες αρχές που της υποσχέθηκαν πως η επιδότηση δεν θα επιστραφεί, της ζητούν να επιστρέψει τα 7.000 ευρώ.
Η κομμώτρια προσέφυγε στα δικαστήρια και δικαιώθηκε, όμως η κυβέρνηση του κρατιδίου εξακολουθεί να απαιτεί τουλάχιστον τα μισά χρήματα πίσω, 3.500 ευρώ, στο πλαίσιο ενός «συμβιβασμού».
Όπως παραδέχθηκε αργότερα το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομίας, από τα 13 δισεκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν συνολικά την άνοιξη του 2020, τα 5 δισ. ευρώ «δεν έπρεπε να έχουν δοθεί». Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι έγιναν λανθασμένοι υπολογισμοί και πως σε αρκετές περιπτώσεις οι αιτήσεις βασίζονταν σε εσφαλμένες προβλέψεις για τις ζημιές των επιχειρήσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες να λάβουν ειδοποιήσεις επιστροφής. Πολλοί από αυτούς, όπως η Αλεμάιερ, κάνουν λόγο για “διοικητικό εφιάλτη”.
Υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν
«Οι πολιτικοί έκαναν υποσχέσεις που δεν τήρησαν. Όλοι οι κομμωτές νιώθουν τεράστια απογοήτευση και οργή», λέει στην DW ο κομμωτής Γκίντο Βιρτς, εκπρόσωπος του επαγγελματικού κλάδου στη Ρηνανία-Παλατινάτο. Ο ίδιος αποπληρώνει τώρα σε δόσεις τα 15.000 ευρώ της επιδότησης που έλαβε. «Πληρώνω 635 ευρώ τον μήνα. Και το χειρότερο είναι ότι ούτε οι ίδιοι οι πολιτικοί δεν ξέρουν πώς να βγουν από αυτή την κατάσταση», σημειώνει.
Όπως του εκμυστηρεύτηκε μέλος της τοπικής κυβέρνησης, το κόστος για τη διαχείριση και παρακολούθηση των επιστροφών πιθανόν ξεπερνά τα ίδια τα ποσά που ζητούνται να επιστραφούν.
Στη Γερμανία, κάθε κρατίδιο έχει διαφορετικούς κανόνες για την εφαρμογή του προγράμματος και την απαίτηση επιστροφών, γεγονός που έχει δημιουργήσει ένα “μωσαϊκό κανονισμών”.
Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, τα διοικητικά δικαστήρια έχουν ήδη αποφανθεί υπέρ των επιχειρηματιών, κρίνοντας πως δεν είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν τα ποσά.
Αντίθετα, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία οι προβλέψεις αλλάζουν διαρκώς, ενώ στην Έσση έχει επιβληθεί προσωρινό “πάγωμα” των ελέγχων.
Ο υπουργός Οικονομικών της Έσσης, Καβέ Μανσούρι, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Δεν πρόκειται για μεγάλες πολυεθνικές, αλλά για μικρομεσαίους, τεχνίτες και αυτοαπασχολούμενους. Θέλω να εξαντλήσω κάθε νομικό περιθώριο για να τους ανακουφίσω. Για εμένα είναι ζήτημα δικαιοσύνης».
Ο Ράινερ Χέρμαν, που ίδρυσε την ένωση IG NRW-Soforthilfe για να στηρίξει όσους καλούνται να επιστρέψουν τα χρήματα, μιλά για «ένα ντροπιαστικό διοικητικό φιάσκο». Η οργάνωσή του στηρίζει περίπου 11.000 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων και τη Μάριον Αλεμάιερ.
«Οι άνθρωποι είναι εξοργισμένοι. Έχω δει μορφωμένους επιχειρηματίες να διολισθαίνουν προς τον εξτρεμισμό, επειδή νιώθουν προδομένοι. Άλλοι είναι απελπισμένοι, έχουν χάσει τα πάντα», λέει ο Χέρμαν.
Τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά
Κατά τον Χέρμαν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπρεπε εξαρχής να είχε θεσπίσει ενιαίο πλαίσιο για όλη τη χώρα, ώστε να αποφευχθεί η σημερινή ασυνέπεια μεταξύ των κρατιδίων. Οι αιτήσεις θα έπρεπε να είναι πιο απλές, χωρίς περίπλοκη γραφειοκρατία, και το κράτος να αντιμετωπίζει τους πολίτες «ως εταίρους, όχι ως αντιπάλους».
Ως παράδειγμα φέρνει το Βέλγιο, όπου υπήρχε ένα ενιαίο, προσαρμοζόμενο σύστημα στήριξης που άλλαζε κάθε μήνα ανάλογα με τις ανάγκες των επαγγελματιών. «Εκεί κανείς δεν παραπονέθηκε, όλα λειτούργησαν άψογα», σημειώνει.
Πέντε χρόνια μετά τις μεγάλες υποσχέσεις του 2020, οι μικροεπαγγελματίες της Γερμανίας αισθάνονται ότι το κράτος τους γύρισε την πλάτη. Για πολλούς, η επιδότηση που τους έσωσε τότε έχει μετατραπεί σήμερα σε πηγή οικονομικού και ψυχολογικού αδιεξόδου.
«Τότε μας είπαν να εμπιστευτούμε το κράτος», λέει η Αλεμάιερ. «Σήμερα το ίδιο κράτος μάς τιμωρεί γιατί το κάναμε».






