Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον εστιάζεται στο πώς θα αποτυπώσουν στις εκτιμήσεις τους την επίδραση της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί σε έναν πόλεμο με το Ιράν χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα, και πώς αυτή επηρεάζει τις προοπτικές για την οικονομία, τον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.
Η εικόνα παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη, όπως επισημαίνει το Reuters. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη ένδειξη για το πότε θα τερματιστούν οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, οι οικονομολόγοι εκτιμούν πως οι συνέπειες – τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο – θα εξαρτηθούν από παράγοντες όπως η διάρκεια της σύγκρουσης, το πολιτικό καθεστώς που θα διαμορφωθεί στο Ιράν και η πορεία των τιμών του πετρελαίου, είτε αυτές κινηθούν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι είτε υποχωρήσουν κάτω από τα 80.
Ήδη, οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ανήλθε στα 3,79 δολάρια ανά γαλόνι, αυξημένη πάνω από 25% σε σχέση με τα επίπεδα πριν την έναρξη του πολέμου, σύμφωνα με στοιχεία της AAA. Παράλληλα, αναμένονται ανατιμήσεις και σε άλλους τομείς, καθώς οι αεροπορικές εταιρείες έχουν ήδη προειδοποιήσει για ακριβότερα εισιτήρια λόγω της εκτόξευσης του κόστους καυσίμων, ενώ αξιωματούχος του Λευκός Οίκος δήλωσε ότι εξετάζονται εναλλακτικές πηγές για αγροτικά λιπάσματα.
Η αύξηση των τιμών που σχετίζονται με την ενέργεια ενδέχεται να περιορίσει την καταναλωτική δαπάνη, καθώς τα νοικοκυριά θα αναγκαστούν να μειώσουν αγορές. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές οικονομίες, που αποτελούν βασικούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, βρίσκονται αντιμέτωπες με ακόμη εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις.
Για τη Fed, το σκηνικό έχει αλλάξει σημαντικά: από την προηγούμενη εικόνα σταθερής ανάπτυξης και αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, η κατάσταση μετατρέπεται πλέον σε μια ισορροπία μεταξύ αυξανόμενων τιμών και εντεινόμενων κινδύνων για την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα αποτυπώσουν τις νέες εκτιμήσεις τους τόσο μέσω της απόφασης για τα επιτόκια όσο και μέσω της ανακοίνωσης και των επικαιροποιημένων τριμηνιαίων προβλέψεων, ενώ στη συνέχεια ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου.
Η επικεφαλής οικονομολόγος της KPMG, Νταϊάν Σουόνκ, εκτιμά ότι οι νέες προβλέψεις ενδέχεται να κινούνται προς ένα σενάριο στασιμοπληθωρισμού. Όπως σημείωσε, αναμένει άνοδο τόσο του πληθωρισμού όσο και της ανεργίας έως το τέλος του έτους, ενώ προβλέπει μεγαλύτερη απόκλιση στις απόψεις των μελών της Fed: από τη μία πλευρά όσοι τάσσονται υπέρ μειώσεων επιτοκίων για στήριξη της αγοράς εργασίας και από την άλλη εκείνοι που προκρίνουν διατήρηση ή ακόμη και αύξησή τους.
«Οι προβλέψεις διαμορφώνονται μέσα σε ένα σύννεφο αβεβαιότητας. Αναμένω υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την ανάπτυξη και αναθεώρηση προς τα πάνω για τον πληθωρισμό και την ανεργία», σημείωσε. Το λεγόμενο «dot plot», που αποτυπώνει τις προσδοκίες των αξιωματούχων για την πορεία των επιτοκίων, ενδέχεται να καταγράψει αντικρουόμενες τάσεις, αντανακλώντας τις διαφωνίες μεταξύ των πιο «ήπιων» και των πιο «σκληρών» μελών της Fed.
Οι φόβοι για στασιμοπληθωρισμό επανέρχονται στο προσκήνιο, με τον πόλεμο στο Ιράν να αποτελεί το δεύτερο μεγάλο σοκ αυτού του τύπου για τη Fed επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις εμπορικές πολιτικές με δασμούς της προηγούμενης χρονιάς. Αν και οι αρχικές επιπτώσεις των δασμών αποδείχθηκαν ηπιότερες από τις προβλέψεις, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να μετακυλίουν αυξημένα κόστη στους καταναλωτές, γεγονός που είχε ήδη τροφοδοτήσει συζητήσεις για ενδεχόμενες αυξήσεις επιτοκίων από τον Ιανουάριο.
Η νέα ανακοίνωση νομισματικής πολιτικής θα εξεταστεί προσεκτικά για ενδείξεις ότι η Fed ενδέχεται να υιοθετεί μια πιο ευέλικτη στρατηγική, όπου δεν αποκλείεται ούτε το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων.
Τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία, ακόμη και πριν την έναρξη της σύγκρουσης, είχαν ήδη επιβαρύνει το οικονομικό τοπίο: ο πληθωρισμός δεν εμφανίζει σαφή πορεία προς τον στόχο του 2% και εκτιμάται ότι θα παραμείνει αυξημένος τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αγορά εργασίας κατέγραψε απώλειες 92.000 θέσεων τον Φεβρουάριο, ενισχύοντας τις ανησυχίες για επιβράδυνση της οικονομίας.
Οι επενδυτές έχουν ήδη περιορίσει τις προσδοκίες τους για επιθετικές μειώσεις επιτοκίων μέσα στο έτος, παρά τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για χαμηλότερο κόστος δανεισμού και την πιθανή ανάδειξη του Κέβιν Γουόρς στην ηγεσία της Fed. Σύμφωνα με τις αγορές παραγώγων, πλέον προεξοφλείται μία μόνο μείωση επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες εντός του 2026, πιθανότατα τον Σεπτέμβριο, και μία ακόμη προς τα τέλη του 2027, ρυθμός σαφώς πιο συγκρατημένος σε σχέση με τις επιδιώξεις της αμερικανικής κυβέρνησης.



