Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων δεν επιβαρύνουν σήμερα τους εργαζόμενους στη Γερμανία περισσότερο απ’ ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες. «Παρότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο των τιμών, η επιβάρυνση για τον μέσο εργαζόμενο στη Γερμανία δεν είναι ασυνήθιστα υψηλή με ιστορικά κριτήρια», δήλωσε ο Marcel Thum, διευθυντής του ifo Dresden.
Ο λόγος, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι ότι η σταθερή αύξηση των μισθών τις τελευταίες δεκαετίες αντιστάθμισε σε μεγάλο βαθμό την άνοδο στις τιμές των καυσίμων. Τα τελευταία 35 χρόνια, ένας εργαζόμενος χρειαζόταν από τρία έως έξι λεπτά εργασίας για να αγοράσει ένα λίτρο καυσίμου. Παρά τις σημερινές αυξήσεις, ο απαιτούμενος χρόνος παραμένει εντός αυτού του εύρους.
Για το πετρέλαιο κίνησης, ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας βρίσκεται σήμερα στο ανώτερο όριο της ιστορικής κλίμακας, χωρίς όμως να καταγράφονται πρωτοφανή επίπεδα. «Ακόμη και με τιμές στα 2,40 ευρώ ανά λίτρο για την αμόλυβδη Ε10 ή 2,50 ευρώ για το ντίζελ, ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας παραμένει στις περισσότερες περιπτώσεις χαμηλότερος από εκείνον της περιόδου 2006-2013», ανέφερε ο Joachim Ragnitz, διευθύνων σύμβουλος του ifo Dresden.
Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν πάντως ότι η επιβάρυνση δεν είναι ίδια για όλα τα νοικοκυριά. «Οι υψηλές τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα που εξαρτώνται από το αυτοκίνητο. Ωστόσο, οριζόντια μέτρα ανακούφισης, όπως οι επιδοτήσεις στα καύσιμα, ωφελούν εξίσου και τα νοικοκυριά με υψηλή κατανάλωση, ενώ παράλληλα προκαλούν φορολογικές απώλειες που τελικά επιβαρύνουν το σύνολο της κοινωνίας», τόνισε ο Thum.
Σύμφωνα με στοιχεία κινητικότητας και φορολογικών δεδομένων, η υψηλότερη κατανάλωση καυσίμων συνδέεται συνήθως με υψηλότερα εισοδήματα. Για νοικοκυριά με μεγάλη κατανάλωση — περίπου 100 λίτρα τον μήνα — οι πρόσφατες αυξήσεις μεταφράζονται σε επιπλέον κόστος περίπου 40 έως 60 ευρώ μηνιαίως.
Η ανάλυση βασίστηκε στη σύγκριση της εξέλιξης των τιμών των καυσίμων με τους καθαρούς μισθούς και τον συνολικό όγκο εργασίας όλων των εργαζομένων, όπως καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς της Γερμανίας για την περίοδο 1991-2025. Για το 2026, οι ερευνητές υπέθεσαν αύξηση μισθών κατά 2%, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα στοιχεία.





