Σύμφωνα με τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών που ανακοινώθηκαν το πρωί της Τετάρτης (13/5), τα επίσημα αποθέματα της χώρας συρρικνώθηκαν κατά 43,4 δισ. δολάρια μέσα σε έναν μόλις μήνα. Ένα μέρος αυτής της μείωσης συνδέεται με παρεμβάσεις του κράτους, οι οποίες αποσκοπούσαν στον περιορισμό των εκροών κεφαλαίων από την τουρκική οικονομία.
Παράλληλα, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας τα 9,7 δισ. δολάρια τον Μάρτιο, από 7,3 δισ. δολάρια που ήταν τον Φεβρουάριο.
Η Τουρκία, ως χώρα με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας, επηρεάστηκε έντονα από την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξέλιξη που συνδέεται με το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και τις αναταράξεις που προκάλεσε στις διεθνείς ροές αργού πετρελαίου και διυλισμένων καυσίμων.
Ήδη αρκετές διεθνείς τράπεζες έχουν αρχίσει να επανεξετάζουν την έως τώρα θετική τους στάση απέναντι στην τουρκική λίρα, επικαλούμενες κυρίως τη διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Ο οικονομολόγος Χαλούκ Μπουρούμτζεκτσι, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, επισήμανε ότι οι αυξημένες προβλέψεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τις τιμές πετρελαίου το 2026, σε συνδυασμό με τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και τις πιθανές απώλειες σε έσοδα από μεταφορές και τουρισμό, ενισχύουν τους κινδύνους για επιδείνωση των οικονομικών εκτιμήσεων έως το τέλος της χρονιάς.
Από την πλευρά του, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας, Φατίχ Καραχάν, ανέφερε την προηγούμενη εβδομάδα ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να κινηθεί φέτος κάτω από τα ιστορικά μέσα επίπεδα, παραδεχόμενος ωστόσο ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να υφίστανται.
Μετά την επανεκλογή του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το 2023, η νέα οικονομική διοίκηση της χώρας προσπαθεί να αποκαταστήσει τη σταθερότητα στα εξωτερικά οικονομικά μεγέθη μέσω πιο συμβατικών πολιτικών, όπως η αύξηση των επιτοκίων και οι περιορισμοί στη χορήγηση πιστώσεων, με στόχο τη συγκράτηση της ζήτησης.
Η κεντρική τράπεζα έχει αφήσει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο στο 37% στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις της. Ωστόσο, μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης στο Ιράν, εφαρμόζει στην πράξη ακριβότερο κόστος δανεισμού, περίπου στο 40%, αξιοποιώντας έναν τεχνικό μηχανισμό περιορισμού της ρευστότητας χωρίς να προχωρήσει επισήμως σε νέα αύξηση επιτοκίων.
Παρά τις κινήσεις αυτές, οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να είναι έντονες, καθώς ο ετήσιος πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 32,4% τον Απρίλιο.
Ο Καραχάν αναμένεται την Πέμπτη (14/5) να παρουσιάσει τις επικαιροποιημένες εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας για την πορεία του πληθωρισμού, ενώ αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν πιθανό να αναθεωρηθεί προς τα πάνω ο στόχος για πληθωρισμό 16% μέχρι το τέλος του έτους.



