• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Στο... μυαλό ΕΚΤ και Fed: Μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για επιτόκια και πληθωρισμό
13:30 - 29 Μάι 2026

Στο... μυαλό ΕΚΤ και Fed: Μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για επιτόκια και πληθωρισμό

Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα για τη ναυτιλία, το εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια. Δημιουργεί πλέον σοβαρούς πονοκεφάλους και στις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου, οι οποίες καλούνται να αποφασίσουν εάν η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας είναι ένα προσωρινό φαινόμενο ή η αρχή ενός νέου πληθωριστικού κύματος.

Σύμφωνα με ανάλυση του πρώην μέλους του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Lorenzo Bini Smaghi, οι επόμενες συνεδριάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας της Ιαπωνίας θα έχουν κοινό παρονομαστή, την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων που προκαλεί η ενεργειακή αναταραχή μετά τον πόλεμο με το Ιράν και τη διακοπή της ομαλής λειτουργίας του Στενού του Ορμούζ.

Μέχρι στιγμής, τα επιχειρήματα υπέρ της αναμονής παραμένουν ισχυρά. Η άνοδος του πληθωρισμού αποδίδεται κυρίως σε παράγοντες προσφοράς, καθώς οι διαταραχές στην παραγωγή και μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν αυξήσει το ενεργειακό κόστος. Οι αυξήσεις αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί σε ευρύτερο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχουν εμφανιστεί οι λεγόμενες «δευτερογενείς επιδράσεις» που μετατρέπουν μια περιορισμένη ανατίμηση σε γενικευμένο πληθωρισμό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, μια πρόωρη αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και να οδηγήσει σε υπερβολική νομισματική σύσφιξη. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών υπενθυμίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να βασίζονται μόνο στα τρέχοντα στοιχεία.

Η νομισματική πολιτική επηρεάζει την οικονομία με χρονική υστέρηση που συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 12 και 18 μηνών. Εάν οι κεντρικοί τραπεζίτες περιμένουν μέχρι ο πληθωρισμός να γίνει ορατός σε όλους τους τομείς της οικονομίας, κινδυνεύουν να επαναλάβουν το λάθος του 2022, όταν η αντίδραση ήρθε καθυστερημένα και απαιτήθηκαν επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων με σημαντικό κόστος για την ανάπτυξη.

Για τον λόγο αυτό, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο σημερινός πληθωρισμός αλλά οι προβλέψεις για τα επόμενα δύο χρόνια. Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και οι προσδοκίες των αγορών και των νοικοκυριών.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν παραμείνει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για περισσότερο από δύο μήνες, περίπου 30% υψηλότερα σε σχέση με τις αρχές του έτους. Παράλληλα, οι εκτιμήσεις των αγορών δείχνουν ότι οι τιμές θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα τουλάχιστον μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Ακόμη και στην περίπτωση ταχείας επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ, η αποκατάσταση της προπολεμικής παραγωγικής δυναμικότητας δεν θεωρείται εύκολη υπόθεση.

Όσο περισσότερο διαρκεί το ενεργειακό σοκ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να περάσει σε ολόκληρη την οικονομία μέσω αυξημένων μεταφορικών, βιομηχανικών και λειτουργικών δαπανών.

Mεταβολή των πληθωριστικών προσδοκιών

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η μεταβολή των πληθωριστικών προσδοκιών. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη έχουν αυξηθεί στο 4%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από το 2021. Αυτό σημαίνει ότι επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και καταναλωτές αρχίζουν να προσαρμόζουν τις αποφάσεις τους θεωρώντας ότι οι αυξήσεις τιμών θα συνεχιστούν.

Το ίδιο μήνυμα στέλνουν και οι αγορές ομολόγων. Από την έναρξη της κρίσης στο Ιράν, οι αποδόσεις των τριετών τίτλων έχουν αυξηθεί περίπου κατά 60 μονάδες βάσης, ενώ οι πενταετείς αποδόσεις έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 40 μονάδες βάσης. Οι επενδυτές προεξοφλούν όχι μόνο υψηλότερο πληθωρισμό αλλά και πιο επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές από τις κυβερνήσεις, οι οποίες αναζητούν τρόπους να αντισταθμίσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η προοπτική αυτή δημιουργεί έναν πρόσθετο κίνδυνο. Εάν οι κυβερνήσεις ενισχύσουν τη ζήτηση μέσω δημοσιονομικών μέτρων την ίδια στιγμή που η οικονομία δέχεται ένα σοκ προσφοράς, οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να ενταθούν ακόμη περισσότερο.

Στο ίδιο πλαίσιο, η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα ενώ ο πληθωρισμός κινείται σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη πιο χαλαρές νομισματικές συνθήκες, ενισχύοντας την άνοδο των τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες. Σύμφωνα με την ανάλυση, εάν οι νέες προβλέψεις δεν δείξουν γρήγορη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, μια μετριοπαθής αύξηση επιτοκίων ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη.

Παράλληλα, ο Bini Smaghi εκφράζει επιφυλάξεις για τη συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής σύσφιξης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η πολιτική αυτή, που βασίζεται στη μη επανεπένδυση ομολόγων τα οποία λήγουν, ασκεί ανοδικές πιέσεις στα μακροπρόθεσμα επιτόκια και ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομία σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Κατά την άποψή του, μια προσωρινή παύση θα ήταν πιο συνετή επιλογή, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών.

Η ουσία είναι ότι το Στενό του Ορμούζ εξελίσσεται σε παράγοντα που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της ναυτιλίας και της ενεργειακής αγοράς. Οι εξελίξεις στην περιοχή επηρεάζουν πλέον άμεσα τη νομισματική πολιτική, το κόστος δανεισμού, τις επενδύσεις και τις προοπτικές ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας. Για τις κεντρικές τράπεζες, το δίλημμα δεν είναι αν υπάρχει πληθωρισμός, αλλά αν η ενεργειακή κρίση θα αποδειχθεί παροδική ή αρκετά επίμονη ώστε να απαιτήσει νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.