Ειδικότερα, μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social και στο ίδιο πλαίσιο με τις χθεσινές του δηλώσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα πλήξουν σκληρά το Ιράν.
Κατ' επέκταση, ανέφερε ότι οι θα καταλάβουν το νησί Χάργκ και θα πάρουν υπό τον έλεγχό τους τις πετρελαϊκές αγορές.
Ακολουθεί η σχετική ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πλήξουν το Ιράν (του οποίου το Ναυτικό, η Πολεμική Αεροπορία, τα Ραντάρ, η Αντιαεροπορική Άμυνα και όλες οι άλλες μορφές άμυνας, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος των επιθετικών του δυνατοτήτων, ΕΧΟΥΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ!), ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΑ ΑΠΟΨΕ. Σε κάποιο σημείο στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, θα καταλάβουμε το Νησί Χαργκ και άλλα σημεία πετρελαϊκών υποδομών και θα αναλάβουμε τον πλήρη έλεγχο των αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου τους, όπως ακριβώς έχουμε κάνει με τη Βενεζουέλα, κάτι που λειτουργεί εξαιρετικά τόσο για τη Βενεζουέλα όσο και για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτό το ζήτημα!».
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η επίμαχη ανάρτηση του Τραμπ αποτελεί μια ένδειξη ότι έχει εγκαταλείψει τη διπλωματική οδό και επιδιώκει να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε μια πυρηνική συμφωνία στην οποία αντιστέκεται εδώ και μήνες.
Η απειλή του Τραμπ ήρθε έπειτα από ένα νέο κύμα αμερικανικών πληγμάτων κατά στόχων κοντά στα Στενά του Ορμούζ, μετά από εβδομάδες αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Από τη δική του πλευρά, το Ιράν δήλωσε ότι απάντησε πλήττοντας αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και την Ιορδανία, αυξάνοντας τον κίνδυνο η εύθραυστη εκεχειρία να εξελιχθεί ξανά σε μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση.
Όπως τονίζεται, η κατάληψη του Νησιού Χαργκ, από το οποίο διακινείται περίπου το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, θα αποτελούσε μια σημαντική κλιμάκωση της σύγκρουσης και πιθανότατα θα απαιτούσε ανάπτυξη χερσαίων στρατευμάτων.
Η φαινομενική απόφαση του Τραμπ να επενδύσει πλήρως στη στρατιωτική πίεση θα σηματοδοτούσε την τρίτη μεταβολή της στρατηγικής του απέναντι στο Ιράν.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η WSJ, ξεκίνησε τον πόλεμο το Φεβρουάριο διατάσσοντας πλήγματα με σκοπό τον «αποκεφαλισμό» ηγετικών φυσιογνωμιών κατά του καθεστώτος, ελπίζοντας ότι μια νέα ηγεσία θα συμμορφωνόταν με τις αμερικανικές απαιτήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Στη συνέχεια, μετά την εκεχειρία του Απριλίου, επιχείρησε να προκαλέσει «ασφυξία» στην οικονομία του Ιράν μέσω κυρώσεων και αποκλεισμού, μέχρι να μην έχει άλλη επιλογή από το να διαλύσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να απαλλαγεί από το εμπλουτισμένο ουράνιο που διαθέτει.
Τώρα, ο Τραμπ χρησιμοποιεί ένα πολύ πιο ωμό μέσο: τη γυμνή στρατιωτική ισχύ για να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποταγή.
Ωστόσο, το Ιράν, το οποίο διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τους όρους που προσφέρει η Ουάσιγκτον, ενδέχεται για ακόμη μία φορά να απορροφήσει την πίεση αντί να υποχωρήσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Τραμπ θα εμπλακεί ακόμη βαθύτερα σε έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή χωρίς εγγυήσεις επιτυχίας.
Υπενθυμίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδισαν για πρώτη φορά το Νησί Χαργκ το Μάρτιο, πλήττοντας στρατιωτικούς στόχους που βρίσκονταν γύρω από τις πετρελαϊκές υποδομές του νησιού. Ο Τραμπ είχε τότε δηλώσει ότι επέλεξε να μην «εξαλείψει» τις ενεργειακές εγκαταστάσεις του νησιού, αλλά προειδοποίησε ότι θα επανεξετάσει αυτή τη στάση εάν το Ιράν συνέχιζε να διατηρεί κλειστά τα Στενά του Ορμούζ.






