Σύμφωνα με το Project Syndicate, η σημερινή παγκόσμια ενεργειακή κρίση έχει καταστήσει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και το αυξημένο κόστος ενέργειας πιέζουν κυβερνήσεις, νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας την παραγωγικότητα και εντείνοντας τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.
Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα έντονες στην Αφρική, όπου η ενεργειακή φτώχεια, οι ελλείψεις σε υποδομές και η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά εμπόδια ανάπτυξης. Ακόμη και οι χώρες που παράγουν ενέργεια δεν μένουν ανεπηρέαστες: εξάγουν αργό πετρέλαιο και την ίδια στιγμή εισάγουν ακριβότερα διυλισμένα προϊόντα, όπως ντίζελ και βενζίνη.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Η πολυετής εξάρτηση από την εξαγωγή πρώτων υλών έχει οδηγήσει σε συγκέντρωση εισοδήματος, οικονομική εξάρτηση από το εξωτερικό και αποδυνάμωση άλλων παραγωγικών κλάδων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να εξαχθούν περισσότερα κρίσιμα ορυκτά ή περισσότερη ενέργεια, αλλά να δημιουργηθεί προστιθέμενη αξία μέσα στις ίδιες τις χώρες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Νότου μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία. Η Βραζιλία, υπό τον πρόεδρο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη συνεργασία Νότου-Νότου, ενισχύοντας τις σχέσεις της με αφρικανικές χώρες όπως η Μοζαμβίκη και η Νότια Αφρική. Η συνεργασία αυτή ήδη επεκτείνεται σε τομείς όπως η γεωργία, η υγεία, η εκπαίδευση και η ενέργεια, όμως η πράσινη βιομηχανία θα μπορούσε να αποτελέσει το επόμενο μεγάλο πεδίο.
Αφρική και Βραζιλία διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε δύο κρίσιμους τομείς της ενεργειακής μετάβασης: τα κρίσιμα ορυκτά και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η ανάγκη για ένα νέο βιώσιμο μοντέλο
Αφρικανικές χώρες διαθέτουν σημαντικά αποθέματα κοβαλτίου, γραφίτη, λιθίου και μαγγανίου, ενώ η Βραζιλία διαθέτει, μεταξύ άλλων, λίθιο, γραφίτη, νικέλιο και σπάνιες γαίες. Το παγκόσμιο εμπόριο ακατέργαστων και ημιεπεξεργασμένων κρίσιμων ορυκτών έφτασε περίπου τα 2,5 τρισ. δολάρια το 2023 και αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2030.
Η πρόκληση είναι να μην επαναληφθεί το παλιό μοντέλο: εξαγωγή πρώτων υλών και εισαγωγή ακριβών τελικών προϊόντων. Μέσω κοινών αλυσίδων παραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας, ερευνητικών συνεργασιών και βιομηχανικής πολιτικής, οι χώρες μπορούν να μετατρέψουν τον ορυκτό τους πλούτο σε βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη.
Αντίστοιχες δυνατότητες υπάρχουν και στην ενέργεια. Η Αφρική διαθέτει εξαιρετικές συνθήκες για ηλιακή και αιολική παραγωγή, ενώ η Βραζιλία αποτελεί παγκόσμια δύναμη στα βιοκαύσιμα και την υδροηλεκτρική ενέργεια. Η εμπειρία της Βραζιλίας από το πρόγραμμα «Luz para Todos», το οποίο έχει συνδέσει περισσότερα από 17 εκατ. κάτοικους της υπαίθρου με το ηλεκτρικό δίκτυο από το 2003, θα μπορούσε να προσαρμοστεί στις ανάγκες αφρικανικών χωρών. Αντίστοιχα, η Αφρική έχει αναπτύξει καινοτόμες λύσεις, όπως τα συστήματα ηλιακής ενέργειας με πληρωμή ανά χρήση.
Η πράσινη μετάβαση, όμως, δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών. Χρειάζεται βιομηχανική παραγωγή, τεχνογνωσία, εκπαίδευση και νέες θέσεις εργασίας. Η Διεθνής Υπηρεσία Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας εκτιμά ότι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να δημιουργήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας στην Αφρική έως το 2030, ιδιαίτερα στην ηλιακή ενέργεια, τις ηλεκτρικές υποδομές και την πράσινη μεταποίηση.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η χρηματοδότηση. Παρότι η Αφρική διαθέτει περίπου το 60% των καλύτερων ηλιακών πόρων παγκοσμίως, προσελκύει μόλις περίπου το 3% των παγκόσμιων επενδύσεων στην ενέργεια και το 2% στις επενδύσεις καθαρής ενέργειας. Παράλληλα, το υψηλό κόστος δανεισμού περιορίζει τις δυνατότητες επενδύσεων.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, είναι αν η πράσινη μετάβαση θα αναπαράγει την παλιά σχέση εξάρτησης ή αν θα γίνει εργαλείο για την ανατροπή της. Για την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, η συνεργασία μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο ώστε οι στρατηγικοί τους πόροι να μετατραπούν όχι απλώς σε εξαγωγικά έσοδα, αλλά σε βιομηχανική ισχύ, τεχνολογική γνώση, θέσεις εργασίας και βιώσιμη ανά





