Στα μπλε η «άμυνα» των νοικοκυριών
Πιο συγκεκριμένα, η άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των λογαριασμών ρεύματος, χωρίς όμως να αλλάζει, προς το παρόν, τη βασική κυβερνητική γραμμή. Η επιστροφή στις οριζόντιες επιδοτήσεις των πράσινων τιμολογίων δεν φαίνεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή του ΥΠΕΝ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν αρμόδιες πηγές του Υπουργείου Ενέργειας. Αντίθετα, όπως φαίνεται, η κυβέρνηση επενδύει στην ωρίμανση της λιανικής αγοράς και στην αυξημένη διαθεσιμότητα σταθερών τιμολογίων.
Πλέον, δηλαδή, ο καταναλωτής που θέλει να προστατευθεί από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής μπορεί να επιλέξει ένα μπλε τιμολόγιο και να «κλειδώσει» την τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η επιλογή αποκτά, όμως, μεγαλύτερη σημασία ενόψει των τιμών του Οκτωβρίου. Η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας κινείται τον Σεπτέμβριο περίπου στα 160 ευρώ/MWh, έναντι 133,4 ευρώ/MWh τον Αύγουστο, καταγράφοντας άνοδο περίπου 20%. Έτσι, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες πιέσεις στα πράσινα τιμολόγια, όπου εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 3,159 εκατ. καταναλωτές.
Ο Οκτώβριος θα δείξει το κόστος της ανόδου
Βέβαια, το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον πόσο από την αύξηση της χονδρεμπορικής θα περάσει στα πράσινα τιμολόγια. Οι προμηθευτές θα κληθούν να αποφασίσουν πόσο θα μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος και πόσο θα απορροφήσουν μέσω της εμπορικής τους πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα θα ξεκαθαρίσει με τις ανακοινώσεις των τιμών στις αρχές Οκτωβρίου.
Τον Σεπτέμβριο, πάντως, η ΔΕΗ είχε περιορίσει σημαντικά τη μετακύλιση της ανόδου της χονδρεμπορικής, διαμορφώνοντας το πράσινο Γ1/Γ1Ν στα 14,913 λεπτά/kWh για τις πρώτες 200 kWh, έναντι 13,84 λεπτών/kWh τον Αύγουστο.
Την ίδια στιγμή, η αγορά σταθερών προϊόντων διευρύνεται. Ενδεικτικά, η ΔΕΗ ανακοίνωσε για τον Σεπτέμβριο τιμή 0,115 ευρώ/kWh για το σταθερό myHome Online.
Δεν έρχεται αυτόματος «κόφτης» στις τιμές
Παρά την άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών, το ΥΠΕΝ δεν φαίνεται να προκρίνει έναν αυτόματο μηχανισμό επιδότησης που θα ενεργοποιείται όταν η τιμή ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο.
Η κυβερνητική προσέγγιση, με βάση αμρόδιες πηγές, είναι ότι η αγορά μπορεί να αλλάξει γρήγορα και επομένως δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ένα επίπεδο τιμής που θα πυροδοτεί κρατική παρέμβαση. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι η παρέμβαση αποκλείεται.
Εάν οι τιμές των σταθερών τιμολογίων αυξηθούν σημαντικά, περιοριστούν οι διαθέσιμες επιλογές ή υπάρξει νέα σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά, η στάση της κυβέρνησης μπορεί να επανεξεταστεί. Προς το παρόν, όμως, το βάρος μεταφέρεται από τον κρατικό προϋπολογισμό στη λειτουργία της αγοράς και στις επιλογές των καταναλωτών.
ΥΚΩ: Στόχος η μείωση 50% από το 2027
Στο άλλο μέτωπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να δημιουργήσει χώρο για μόνιμη ελάφρυνση των λογαριασμών μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας. Ο σχεδιασμός, με βάση πληροφορίες, προβλέπει μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ κατά 50% από τον Ιανουάριο του 2027.
Το τελικό περιθώριο για μεγαλύτερη μείωση θα εξαρτηθεί από την πορεία του Ειδικού Λογαριασμού ΥΚΩ. Ο ΕΛΥΚΩ εξακολουθεί να έχει ιστορικό έλλειμμα περίπου 300 εκατ. ευρώ. Για την κάλυψή του έχει εξασφαλιστεί κρατική χρηματοδότηση ύψους 200 εκατ. ευρώ. Η εικόνα, ωστόσο, έχει βελτιωθεί αισθητά.
Το έλλειμμα των 135 εκατ. ευρώ που καταγραφόταν στο πρώτο επτάμηνο του 2025 έχει πλέον μηδενιστεί, δημιουργώντας μεγαλύτερο περιθώριο για τη μείωση των χρεώσεων.
Οι διασυνδέσεις των νησιών «ξεκλειδώνουν» εξοικονομήσεις
Κλειδί στην εξίσωση είναι, πάντως, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Η διασύνδεση της Σαντορίνης εκτιμάται ότι θα περιορίσει σημαντικά τη λειτουργία πετρελαϊκών μονάδων και θα εξοικονομεί περίπου 80 εκατ. ευρώ ετησίως από τις ΥΚΩ.
Σημαντικά είναι και τα οφέλη από τη διασύνδεση της Κρήτης. Όσο μειώνεται το κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών, περιορίζεται αντίστοιχα και η ανάγκη χρηματοδότησης μέσω των ΥΚΩ.
Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, ο ΕΛΥΚΩ μπορεί να έχει ισοσκελιστεί εντός του 2027, εφόσον συνυπολογιστούν η κρατική χρηματοδότηση και οι εξοικονομήσεις από τις διασυνδέσεις.
Ο «λογαριασμός» των πετρελαϊκών εφεδρειών
Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμη παράγοντας που πρέπει να υπολογιστεί. Οι πετρελαϊκές μονάδες στα νησιά θα πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες ως εφεδρικό δυναμικό, ακόμη και μετά τις διασυνδέσεις.
Η διατήρηση των μονάδων για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού έχει κόστος, το οποίο θα πρέπει να ενσωματωθεί στον συνολικό σχεδιασμό του ΕΛΥΚΩ. ΜΕ βάση πληροφορίες, ο σχετικός μηχανισμός αποζημίωσης έχει ήδη προκοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ το ΥΠΕΝ βρίσκεται σε διαβούλευση με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Κομισιόν.
Έτσι, η μείωση των ΥΚΩ δεν είναι απλώς μια λογιστική παρέμβαση στους λογαριασμούς. Συνδέεται άμεσα με την εξυγίανση του ΕΛΥΚΩ, την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων και τη μείωση του κόστους ηλεκτροδότησης των νησιών.
Βιομηχανία: Ψάχνει «ανάσα» στο ενεργειακό κόστος
Για την ενεργοβόρο βιομηχανία, η εξίσωση είναι διαφορετική. Το υψηλό κόστος ενέργειας εξακολουθεί να πιέζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, με τους βιομηχανικούς φορείς να ζητούν διεύρυνση των μέτρων στήριξης.
Σήμερα περίπου 40 βιομηχανικές επιχειρήσεις καλύπτονται από τον μηχανισμό αντιστάθμισης, με συνολική κατανάλωση περίπου 7 TWh. Εκτός του υφιστάμενου μηχανισμού παραμένει, ωστόσο, σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων. Μετά τις έντονες, δε, παρεμβάσεις των βιομηχανικών συνδέσμων, το ΥΠΕΝ εξετάζει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία, με το CISAF και το METSAF να βρίσκονται στο επίκεντρο.
CISAF: Στήριξη με ορίζοντα τριετίας
Στο μεταξύ, το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει ήδη αρχίσει να αξιοποιείται από κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Σλοβενία. Αυστρία και Ιρλανδία εξετάζουν επίσης αντίστοιχες κινήσεις. Ιδιαίτερη, δε, με βάση και τον κλάδο της βιομηχανίας, σημασία έχει το CISAF, καθώς επιτρέπει μέτρα στήριξης της βιομηχανίας με ορίζοντα έως και τριών ετών.
Για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, ειδικά, η χρονική διάρκεια των μέτρων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον προγραμματισμό του ενεργειακού κόστους. Στην Ελλάδα έχουν ήδη εξεταστεί διαφορετικά σενάρια, χωρίς όμως να έχει οριστικοποιηθεί ούτε ο αριθμός των δικαιούχων ούτε το ύψος της ενίσχυσης. Το βασικό, όμως, ζητούμενο είναι πλέον ο δημοσιονομικός χώρος.
Data centers: Στο «κόκκινο» τα αιτήματα για 6-7 GW
Την ίδια στιγμή, ένα νέο μέτωπο ανοίγει στο ηλεκτρικό σύστημα. Τα αιτήματα για σύνδεση data centers έχουν εκτοξευθεί στα 6-7 GW, ενώ οι όροι σύνδεσης που έχουν ήδη χορηγηθεί αφορούν έργα συνολικής ισχύος περίπου 1 GW.
Η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών αποτυπώνει το μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα και την πίεση που δημιουργείται στα δίκτυα. Το ΥΠΕΝ, με βάση πληροφορίες, ετοιμάζει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, με στόχο να ξεκαθαρίσει ποια από τα projects έχουν πραγματικές προϋποθέσεις υλοποίησης.
Εγγυητικές και οικονομική φερεγγυότητα στο νέο φίλτρο
Στο επίκεντρο της νέας ρύθμισης αναμένεται να βρεθούν οι εγγυητικές επιστολές και ο έλεγχος της οικονομικής επάρκειας των επενδυτών. Το ζητούμενο, όμως, είναι να μην δεσμεύεται πολύτιμος ηλεκτρικός χώρος από projects χαμηλής ωριμότητας.
Παράλληλα, εξετάζεται αλλαγή στον τρόπο καθορισμού της προτεραιότητας των αιτημάτων σύνδεσης, με πιθανή παρέκκλιση από την αυστηρή χρονική σειρά υποβολής. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε περιοχές όπου τα περιθώρια του δικτύου είναι ήδη περιορισμένα.
Το νέο «φίλτρο» για τα μεγάλα φορτία
Σημειώνεται ότι τα data centers αποτελούν επενδύσεις με υψηλές και συγκεντρωμένες ενεργειακές ανάγκες. Γι’ αυτό και το νέο πλαίσιο δεν θα αφορά μόνο την οικονομική δυνατότητα του επενδυτή. Στο τραπέζι βρίσκονται η ωριμότητα του έργου, η δυνατότητα σύνδεσης, η επάρκεια του δικτύου και τα περιβαλλοντικά κριτήρια.
Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα αξιολόγησης που θα επιτρέπει στη χώρα να προσελκύσει νέες επενδύσεις χωρίς να επιβαρυνθεί υπέρμετρα το ηλεκτρικό σύστημα.



