Μιλώντας στο συνέδριο CERAWeek στο Χιούστον, ο Γουίρθ υπογράμμισε ότι μεγάλοι όγκοι πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένουν εκτός αγοράς, επισημαίνοντας πως οι φυσικές αλυσίδες εφοδιασμού δεν μπορούν να επανεκκινήσουν άμεσα. Όπως εξήγησε, ακόμη και αν αποκατασταθεί η διέλευση από τα Στενά, θα απαιτηθεί χρόνος για την αναπλήρωση αποθεμάτων με τα κατάλληλα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τόσο σε αργό πετρέλαιο όσο και σε καύσιμα.
Παράλληλα, όπως μεταδίδει το Politico, προειδοποίησε ότι οι επιθέσεις του Ιράν σε δεξαμενόπλοια, σε συνδυασμό με τις ευρύτερες επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, έχουν προκαλέσει μεγαλύτερη αναστάτωση στις αγορές ενέργειας σε σύγκριση με τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας. Ήδη, χώρες της Ασίας αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε ντίζελ και καύσιμα αεροσκαφών, ενώ έχουν επηρεαστεί και οι μεταφορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), λιπασμάτων και άλλων βασικών προϊόντων.
Ένα επιπλέον πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η αβεβαιότητα γύρω από την πραγματική έκταση των ζημιών, καθώς δεν είναι σαφές πόση παραγωγή έχει διακοπεί ή πόσο σοβαρές είναι οι φθορές σε ενεργειακές υποδομές.
Από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης, ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ εμφανίστηκε πιο αισιόδοξος, εκτιμώντας ότι η αναταραχή στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα είναι «βραχυπρόθεσμη». Παράλληλα, κάλεσε τις εταιρείες να αυξήσουν την παραγωγή, σημειώνοντας ότι οι αγορές στέλνουν ήδη ισχυρά σήματα μέσω της ανόδου των τιμών για ενίσχυση της προσφοράς.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «οι αγορές λειτουργούν όπως λειτουργούν», υπογραμμίζοντας ότι η άνοδος των τιμών αποτελεί σαφή προτροπή προς τους παραγωγούς να εντείνουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.






