Ο αγωγός αυτός αποτελεί βασικό εργαλείο παράκαμψης του Στενού του Ορμούζ, το οποίο έχει ουσιαστικά κλείσει λόγω της πολεμικής έντασης στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, δεξαμενόπλοια ανακατευθύνονται προς το λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας στο Γιανμπού, διασφαλίζοντας μια εναλλακτική, αν και περιορισμένη, δίοδο για τον παγκόσμιο εφοδιασμό.
Οι εξαγωγές αργού μέσω Γιανμπού έχουν φτάσει τα 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ επιπλέον 700.000 έως 900.000 βαρέλια διυλισμένων προϊόντων εξάγονται καθημερινά. Από τη συνολική ροή του αγωγού, περίπου 2 εκατ. βαρέλια κατευθύνονται προς τα εγχώρια διυλιστήρια, καλύπτοντας τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας.
Παρά τη σημαντική αυτή κινητοποίηση, η εναλλακτική διαδρομή δεν μπορεί να αναπληρώσει πλήρως τις απώλειες από το Ορμούζ, μέσω του οποίου διακινούνταν πριν από τη σύγκρουση περίπου 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ωστόσο, η λειτουργία του αγωγού συμβάλλει στο να συγκρατηθούν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου, αποτρέποντας ακραίες αυξήσεις αντίστοιχες προηγούμενων κρίσεων.
Την ίδια ώρα, η ανησυχία στις αγορές εντείνεται, καθώς οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης δηλώνουν ότι εμπλέκονται ενεργά στη σύγκρουση. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχουν στοχοποιήσει δεξαμενόπλοια στην Ερυθρά Θάλασσα ή στο στενό Μπαμπ Ελ-Μαντέμπ, οι προηγούμενες επιθέσεις τους με drones και πυραύλους στη ναυτιλία διατηρούν υψηλό τον βαθμό επιφυλακής.
Η Σαουδική Αραβία, παραδοσιακά «παίκτης τελευταίας καταφυγής» στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, φαίνεται να είχε προετοιμαστεί εδώ και δεκαετίες για ένα τέτοιο σενάριο. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης ενεργοποιήθηκε άμεσα μετά τα πρώτα πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, με την ενίσχυση των ροών από ανατολή προς δύση.
Ο αγωγός, μήκους άνω των 1.000 χιλιομέτρων, εκτείνεται από τα μεγάλα πετρελαϊκά κοιτάσματα της ανατολικής Σαουδικής Αραβίας έως το Γιανμπού στη δυτική ακτή. Η κατασκευή του ξεκίνησε σε μια προηγούμενη περίοδο έντασης, κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ τη δεκαετία του 1980, ωστόσο η σημερινή συγκυρία θεωρείται σαφώς πιο κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.



