Στο πλαίσιο αυτό, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 υποχώρησε κατά 0,49%, στις 635,98 μονάδες, παραμένοντας κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων σχεδόν δύο μηνών. Οι επενδυτές κινήθηκαν πιο επιφυλακτικά, ενόψει των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής που αναμένονται από τη Federal Reserve, την Τράπεζα της Ιαπωνίας και την Τράπεζα της Αγγλίας.
Στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, ο γερμανικός DAX έκλεισε με απώλειες 0,60%, στις 25.415,06 μονάδες, ενώ ο γαλλικός CAC 40 υποχώρησε κατά 0,76%, στις 8.117,78 μονάδες. Αντίθετα, ο βρετανικός FTSE 100 ενισχύθηκε κατά 0,44%, στις 10.697,57 μονάδες.
Στην περιφέρεια, ο ιταλικός FTSE MIB κατέγραψε ισχυρή πτώση 1,68%, στις 51.628,77 μονάδες, ενώ ο ισπανικός IBEX 35 υποχώρησε κατά 1,38%, στις 19.563,90 μονάδες.
Στο επίκεντρο το γεωπολιτικό ρίσκο και το πετρέλαιο
Το γεωπολιτικό ρίσκο και η συνεχιζόμενη άνοδος του πετρελαίου παρέμειναν βασικοί παράγοντες πίεσης για τις αγορές.
Νέα στρατιωτικά πλήγματα σημειώθηκαν σε υποδομές στη Σαουδική Αραβία, μεταξύ των οποίων και σε σημαντικό πετρελαιαγωγό, ενώ η παρουσία και η δραστηριότητα των ανταρτών Χούθι κοντά στις θαλάσσιες οδούς της Ερυθράς Θάλασσας ενίσχυσαν τις ανησυχίες για νέες διαταραχές στις ενεργειακές προμήθειες.
Οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν στην αναβολή κρίσιμης διπλωματικής συνάντησης στο Ομάν μεταξύ του Ιράν και αραβικών κρατών του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει στη συνάντηση.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών επρόκειτο να βρεθεί η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Η αναβολή περιόρισε τις προσδοκίες για άμεση αποκλιμάκωση των προβλημάτων που επηρεάζουν τις ενεργειακές ροές στην περιοχή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Brent ξεπέρασε πρόσκαιρα τα 110 δολάρια το βαρέλι, προτού περιορίσει μέρος των κερδών του. Στη συνέχεια, η αγορά σταθεροποιήθηκε σε κάποιο βαθμό μετά την ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία και η Ουκρανία συμφώνησαν να αποφεύγουν πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές.
Το Brent κινήθηκε στη συνέχεια λίγο πάνω από τα 107 δολάρια, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε κοντά στα 103 δολάρια το βαρέλι.
Από τις αρχές Ιουλίου, μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου έχουν ενισχυθεί συνολικά σχεδόν κατά 40%, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τον πληθωρισμό.
Στο μικροσκόπιο οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών
Η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις διεθνείς αγορές, καθώς οι επενδυτές προετοιμάζονται για σειρά αποφάσεων νομισματικής πολιτικής μέσα στις επόμενες ημέρες.
Μετά την αύξηση του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο 2,50% την προηγούμενη εβδομάδα, οι αγορές τιμολογούν πιθανότητα περίπου 86% για αύξηση του βασικού επιτοκίου της Fed κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της FOMC στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, οι traders στην αγορά swaps προεξοφλούν αυξημένες πιθανότητες για ακόμη μία αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Καζίμιρ: Ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα στην ΕΚΤ
Στην Ευρωζώνη, οι πληθωριστικοί κίνδυνοι ενδέχεται να αποδειχθούν υψηλότεροι από τις ήδη αυξημένες προβλέψεις, καθώς η πορεία των τιμών του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας προκαλεί νέες ανησυχίες.
Την εκτίμηση αυτή εξέφρασε τη Δευτέρα ο Πέτερ Καζίμιρ, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και ένας από τους πιο «γερακίσιους» κεντρικούς τραπεζίτες.
Ο Καζίμιρ απέφυγε να ζητήσει ευθέως νέα αύξηση των επιτοκίων, υπογράμμισε όμως ότι η διατήρηση όλων των επιλογών ανοιχτών δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως ένδειξη δισταγμού.
Όπως προκύπτει από τη θέση του, η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την πορεία των τιμών και είναι έτοιμη να προσαρμόσει την πολιτική της εφόσον οι οικονομικές εξελίξεις το καταστήσουν αναγκαίο, με την ενεργειακή κρίση να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πορεία του πληθωρισμού.



