Για δεκαετίες, ο ΟΠΕΚ, υπό την de facto ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, ασκούσε δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στις αγορές πετρελαίου, αυξομειώνοντας την παραγωγή μέσω της διαθέσιμης εφεδρικής ικανότητας, ώστε να ρυθμίζει τις τιμές και να προστατεύει το μερίδιο αγοράς του.
Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του Reuters, η επιρροή αυτή όμως φθίνει εδώ και χρόνια, καθώς οι ΗΠΑ και άλλοι εκτός του ΟΠΕΚ ΟΠΕΚ παραγωγοί ενισχύουν τη θέση τους. Το ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου που ελέγχει ο ΟΠΕΚ μειώθηκε από περίπου 50% τη δεκαετία του 1970 σε περίπου 35% πέρυσι — και υποχώρησε περαιτέρω στο 26% τον Μάρτιο, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ με την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός του καρτέλ, αποχώρησαν την περασμένη εβδομάδα από τον οργανισμό ύστερα από 60 χρόνια, επιδιώκοντας να χαράξουν ανεξάρτητη ενεργειακή στρατηγική εκτός των ποσοστώσεων του ΟΠΕΚ – αμφισβητώντας ευθέως τη Σαουδική Αραβία και τους γείτονές της στον Κόλπο.
Ο Τραμπ – διαχρονικός επικριτής του ΟΠΕΚ – χαιρέτισε την αποχώρηση ως «εξαιρετική», υποστηρίζοντας ότι θα συμβάλει στη μείωση των τιμών του πετρελαίου.
Αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί. Ωστόσο, η επιθετική εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου ίσως αποδειχθεί τελικά καταστροφική για τον οργανισμό. Και ένας αποδυναμωμένος ΟΠΕΚ δεν είναι απαραίτητα καλά νέα ούτε για καταναλωτές ούτε για παραγωγούς – συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ.
Ο μακροχρόνιος αντίπαλος
Ο ΟΠΕΚ αποτελεί εδώ και χρόνια στόχο επικρίσεων από Αμερικανούς πολιτικούς, που τον κατηγορούν ότι λειτουργεί ως καρτέλ. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εξαπολύσει σφοδρές επιθέσεις, κατηγορώντας τον ήδη από το 2018 ότι διατηρεί τις τιμές «τεχνητά υψηλές». Με την επιστροφή του στην εξουσία πέρυσι, ενέτεινε τις πιέσεις για χαμηλότερες τιμές.
Φέτος, όμως, ξεπέρασε τη ρητορική.
Η ταχύτατη αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο οδήγησε στη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και στην αντικατάστασή του από φιλοαμερικανική κυβέρνηση. Η Ουάσιγκτον ανέλαβε άμεσα τον έλεγχο του πετρελαϊκού τομέα της χώρας, κατευθύνοντας τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ και ανοίγοντας τα τεράστια αποθέματα σε δυτικές εταιρείες.
Η Βενεζουέλα, ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ από το 1960, είχε δει την παραγωγή της να καταρρέει κάτω από 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως λόγω κακοδιαχείρισης και κυρώσεων. Πλέον, αναμένεται ανάκαμψη, όμως δύσκολα θα δεχτεί να περιορίσει την παραγωγή της στο πλαίσιο ποσοστώσεων υπό αμερικανική επιρροή.
Αναταραχή στη Μέση Ανατολή
Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου προκάλεσαν πολύ σοβαρότερες εξελίξεις. Η Τεχεράνη έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, παγιδεύοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, περίπου 10 εκατ. βαρέλια ημερησίως βγήκαν εκτός αγοράς, ενώ ενεργειακές υποδομές σε όλη την περιοχή έγιναν στόχος.
Οι βασικοί πυλώνες του ΟΠΕΚ — Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κουβέιτ και Ιράκ — βρέθηκαν χωρίς βασικές εξαγωγικές οδούς και χωρίς ευελιξία. Με απλά λόγια, αποδείχθηκαν ανίσχυροι μπροστά στο μεγαλύτερο πετρελαϊκό σοκ στην ιστορία.
Αυτό άνοιξε τον δρόμο στις ΗΠΑ, που ήδη διαθέτουν τη μεγαλύτερη παραγωγή παγκοσμίως, να αυξήσουν τις εξαγωγές τους προς Ευρώπη και Ασία, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση τους.
Ωστόσο, η αμερικανική αγορά λειτουργεί με καθαρά εμπορικούς όρους και δεν διαθέτει τη δυνατότητα του ΟΠΕΚ να ρυθμίζει την αγορά μέσω εφεδρικής παραγωγής. Σε ένα περιβάλλον χωρίς ισχυρό ΟΠΕΚ, η κατάσταση μπορεί να γίνει πιο δύσκολη από όσο υπολόγιζε ο Τραμπ.
Λιγότερη σταθερότητα στις αγορές
Ο ΟΠΕΚ διαδραμάτιζε επί δεκαετίες κρίσιμο ρόλο στη σταθεροποίηση των αγορών, λειτουργώντας ως «μαξιλάρι» σε περιόδους κρίσεων. Το ίδιο συνέβη και στην πανδημία του COVID-19, όταν μετά από παρέμβαση του Τραμπ ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν συμφώνησε σε ιστορικές περικοπές παραγωγής.
Χωρίς αυτόν τον μηχανισμό, οι αγορές αναμένεται να γίνουν πιο ασταθείς, με μεγαλύτερες διακυμάνσεις τιμών και συχνότερους κύκλους ανόδου και πτώσης.
Σκιά του παλιού του εαυτού
Είναι ακόμη νωρίς για να θεωρηθεί ο ΟΠΕΚ «νεκρός». Το Ριάντ πιθανότατα θα επιχειρήσει να επαναφέρει την ισορροπία, ενισχύοντας τη συνεργασία με τη Ρωσία.
Ωστόσο, πολιτικά, ο πόλεμος στο Ιράν έχει αφήσει τον οργανισμό βαθιά διχασμένο. Οι επιθέσεις του Ιράν σε υποδομές άλλων μελών και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δημιούργησαν ρήγματα που ίσως χρειαστούν χρόνια για να επουλωθούν — αν επουλωθούν ποτέ.
Το πιο ενδεικτικό στοιχείο της κατάστασης ήταν η πρόσφατη σύνοδος ΟΠΕΚ+, όπου η απουσία των ΗΑΕ επισκίασε κάθε απόφαση.
Ο ΟΠΕΚ, όπως τον γνωρίζαμε, δεν υπάρχει πλέον. Και ο Τραμπ — μαζί με άλλους — ίσως τελικά το μετανιώσει.






