Η εστίαση αυτών των εταιρειών στην εγχώρια αγορά τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες στους δασμούς που επιβάλλονται στα διασυνοριακά αγαθά, αλλά και λιγότερο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Με το ευρώ να ενισχύεται σημαντικά έναντι του δολαρίου, οι εξαγωγές της Ευρωζώνης γίνονται ακριβότερες στο εξωτερικό, γεγονός που επιβαρύνει τις μεγάλες επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία.
Οι δείκτες STOXX Europe small-cap και mid-cap έχουν καταγράψει φέτος κέρδη 9% και 11% αντίστοιχα, ξεπερνώντας τον δείκτη STOXX Europe large-cap, ο οποίος αυξήθηκε μόλις κατά 7%.
Στο πλαίσιο των διεθνών εμπορικών εξελίξεων, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει υπογράψει σειρά συμφωνιών, με πιο πρόσφατη αυτή με την Ιαπωνία. Ωστόσο, η διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ανοιχτή, με την προθεσμία της 1ης Αυγούστου να πλησιάζει. Παρότι κυκλοφόρησαν φήμες για την επιβολή δασμού 15% στις εισαγωγές από την ΕΕ, αυτές διαψεύστηκαν άμεσα από τον Λευκό Οίκο.
«Ένα από τα πλεονεκτήματα των μικρών εταιρειών είναι ότι είναι περισσότερο προστατευμένες από γεωγραφική άποψη», δήλωσε ο Ίνγκμαρ Σέιφερ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στη Van Lanschot Kempen.
Όπως ανέφερε η Goldman Sachs, οι εταιρείες του δείκτη STOXX large-cap παράγουν περίπου το 35% των εσόδων τους στην Ευρώπη, έναντι 60% για τις μικρότερες εταιρείες στους δείκτες small-cap και mid-cap. Αυτή η τοπική προσανατολισμένη δραστηριότητα έχει βοηθήσει τις μικρές και μεσαίες εταιρείες να μετριάσουν τις επιπτώσεις της ενίσχυσης του ευρώ, που έχει αυξηθεί κατά 12% το 2025, φτάνοντας περίπου τα 1,17 δολάρια. Αντιθέτως, πριν την ανακοίνωση των αμερικανικών δασμών στις 2 Απριλίου, υπήρχαν εκτιμήσεις πως το ευρώ θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και σε ισοτιμία με το δολάριο, κάτι που δεν συνέβη λόγω της απόσυρσης επενδυτών από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Ορισμένοι αναλυτές πλέον προβλέπουν ότι το ευρώ μπορεί να φτάσει και τα 1,20 δολάρια, παράγοντας που θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με τη μεγαλύτερη διεθνή έκθεση, ενώ θα ωφελήσει τις μικρότερες που είναι πιο τοπικά προσανατολισμένες.
«Παλιότερα οι επενδυτές εστίαζαν σε ευρωπαϊκές εταιρείες με σημαντικά έσοδα από ΗΠΑ και Ασία, κυρίως μέσω του τομέα πολυτελών αγαθών», τόνισε ο Χάρι Ίστγουντ, διευθυντής επενδύσεων στην Artemis Investment Management. «Η ‘Ημέρα της Απελευθέρωσης’ άλλαξε το παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον, κάνοντας τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιο ελκυστικές, επειδή λειτουργούν πιο απομονωμένα». Ο ίδιος συμπλήρωσε πως το αμοιβαίο κεφάλαιό του έχει πλέον τη μέγιστη στάθμιση σε εταιρείες μικρής και μεσαίας κεφαλαιοποίησης.
Ιστορικά, οι μικρότερες εταιρείες έχουν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης και διαπραγματεύονται με premium έναντι των μεγάλων. Ωστόσο, το 2023 και το 2024, ο αυξημένος πληθωρισμός και η αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδήγησαν τις μικρές εταιρείες να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των μεγάλων. Τον Μάρτιο του 2025, η έκπτωση αυτή έφτασε σε ρεκόρ 11%, αν και έκτοτε έχει υποχωρήσει.
Ο δείκτης STOXX Europe small-cap διαπραγματεύεται σήμερα με πολλαπλασιαστή 13,4 φορές τα μελλοντικά κέρδη, κάτω από τον δείκτη large-cap που βρίσκεται στις 14,3 φορές, δηλαδή με έκπτωση 6,5%.
«Υπάρχει ακόμη αμφιβολία για την κερδοφορία των μικρών εταιρειών σε σύγκριση με τις μεγάλες, γι’ αυτό και διαπραγματεύονται με έκπτωση», σημείωσε ο Ντέιβιντ Γουάλτον της Marlborough. «Παρατηρούμε όμως μια πρόσφατη αύξηση της εμπιστοσύνης, που στηρίζει την ανάκαμψη».
Οι ευρωπαϊκές μικρομεσαίες εταιρείες κατέγραψαν καθαρές εισροές κεφαλαίων για δέκα συνεχόμενες εβδομάδες, τη μεγαλύτερη περίοδο από το 2021, σύμφωνα με στοιχεία της Lipper. Παράλληλα, η Γερμανία ανακοίνωσε ένα μεγάλο πρόγραμμα δαπανών και η ΕΚΤ ξεκίνησε τη μείωση των επιτοκίων, δίνοντας ώθηση στην Ευρωζώνη μετά από χρόνια υποτονικής ανάπτυξης.
Ο γερμανικός δείκτης SDAX έχει αυξηθεί σχεδόν 20% από τις ομοσπονδιακές εκλογές του Φεβρουαρίου, ενώ ο DAX κατά 8,4% στην ίδια περίοδο. Παρά την προσωρινή αναστολή της μείωσης επιτοκίων από την ΕΚΤ, το επιτόκιο καταθέσεων παραμένει 200 μονάδες βάσης χαμηλότερο από τα μέσα του περασμένου έτους.
«Πιστεύουμε ότι μέσα στους επόμενους 12 μήνες θα υπάρξει ανατιμολόγηση των μικρών εταιρειών έναντι των μεγάλων», κατέληξε ο Ίνγκμαρ Σέιφερ της Van Lanschot Kempen.



