Η L’Oréal εμφανίζεται να έχει επικεντρωμένο ενδιαφέρον αποκλειστικά στον τομέα των προϊόντων ομορφιάς της Armani – το πιο επικερδές σκέλος της επιχείρησης. Ήδη διαθέτει άδεια μέχρι το 2050 για τα αρώματα, τα καλλυντικά και τα προϊόντα περιποίησης του brand, με έσοδα που το 2024 ανήλθαν σε 1,5 δισ. ευρώ – ποσό που αντιστοιχεί στο 10% των πολυτελών προϊόντων της και στο 3,45% των συνολικών πωλήσεών της. Από την άλλη, η συνεργασία της Armani με την EssilorLuxottica στον τομέα των γυαλιών αποφέρει περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η αξία της Giorgio Armani εκτιμάται έως και στα 7 δισ. ευρώ, ενώ τα συνολικά έσοδα του ομίλου για το 2024 διαμορφώθηκαν στα 2,3 δισ. ευρώ – μειωμένα κατά 5% συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Η κερδοφορία προέρχεται κυρίως από τα δικαιώματα που καταβάλλει η L’Oréal, με το EBITDA να διαμορφώνεται στα 398 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας πτώση σχεδόν 25%.
Η αναφορά στη L’Oréal και τη LVMH ως βασικούς υποψήφιους δημιουργεί ένα είδος "αναμέτρησης". Η LVMH, με κορυφαία brands όπως Dior και Guerlain, έχει ισχυρή παρουσία στα καλλυντικά, αλλά η είσοδος στον χώρο του prêt-à-porter της Armani ενδέχεται να μην ταιριάζει πλήρως με τις στρατηγικές της προτεραιότητες. Σύμφωνα με την HSBC, η L’Oréal θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα υβριδικό μοντέλο, παρόμοιο με αυτό της Estée Lauder με τον Tom Ford, διατηρώντας τον έλεγχο του beauty division και παραχωρώντας το κομμάτι της μόδας σε κάποιον στρατηγικό συνεργάτη – για παράδειγμα, τον οίκο Zegna.
Την ίδια στιγμή, δεν αποκλείεται και η EssilorLuxottica να θελήσει να διεκδικήσει μεγαλύτερο ρόλο, δεδομένης της επεκτατικής της στρατηγικής, που φάνηκε και με την εξαγορά της Supreme, υποδεικνύοντας φιλοδοξίες πέρα από τον πυρήνα των οπτικών ειδών.
Η διαθήκη του Αρμάνι, εν ολίγοις, ενεργοποιεί έναν νέο κύκλο εξελίξεων στη βιομηχανία της πολυτέλειας, με το brand του Ιταλού δημιουργού να παραμένει σύμβολο εμβληματικής αξίας στη διεθνή αγορά.



