Ο Νουριέλ Ρουμπινί, ο οικονομολόγος που έγινε ευρέως γνωστός για τις ιδιαίτερα απαισιόδοξες εκτιμήσεις του πριν και μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, εμφανίζεται πλέον αισιόδοξος για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Όπως υποστηρίζει, η πρόσφατη αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αρνητικό προμήνυμα για την οικονομία.
Μιλώντας στο Bloomberg Television από το Φόρουμ του Τσερνόμπιο στην Ιταλία, ο Ρουμπινί εκτίμησε ότι η βασική αιτία πίσω από την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων είναι οι προσδοκίες για ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη. Κατά τον ίδιο, ο νέος αναπτυξιακός κύκλος τροφοδοτείται από τις αυξημένες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, την τεχνολογία και τις νέες υποδομές.
«Υπάρχουν δημοσιονομικές ανησυχίες, αλλά πιστεύω ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για την άνοδο των πραγματικών αποδόσεων είναι η έκρηξη των επενδύσεων κεφαλαίου, η AI και οι τεχνολογίες του μέλλοντος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, όταν οι επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να αναλάβουν ρίσκο, οι μετοχές τείνουν να ενισχύονται. Την ίδια στιγμή, όμως, μπορούν να αυξάνονται και οι αποδόσεις των ομολόγων, καθώς οι αγορές προεξοφλούν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα.
Η οικονομία αφήνει πίσω τη «μεγάλη στασιμότητα»
Οι εκτιμήσεις του Ρουμπινί διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές κρατικού χρέους βρίσκονται υπό έντονη πίεση. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν κινηθεί σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2008, την ώρα που το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο των 40 τρισ. δολαρίων.
Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον για τη δημοσιονομική κατάσταση των μεγάλων οικονομιών, ο Ρουμπινί θεωρεί ότι η παγκόσμια οικονομία έχει πλέον απομακρυνθεί από την περίοδο της «μεγάλης στασιμότητας». Πρόκειται για την εποχή κατά την οποία η ανάπτυξη παρέμενε χαμηλή και οι πληθωριστικές πιέσεις ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.
«Βγαίνουμε από μια εποχή μεγάλης στασιμότητας, όπου είχαμε σχεδόν αποπληθωρισμό. Τώρα τα ομόλογα έχουν υψηλότερες αποδόσεις επειδή ο πληθωρισμός δεν είναι μηδενικός, αλλά κοντά στο 2% παγκοσμίως», σημείωσε.
Ο οικονομολόγος, πάντως, δεν παραβλέπει τους κινδύνους που εξακολουθούν να απειλούν την οικονομία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει την αβεβαιότητα που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, το ενδεχόμενο νέων πιέσεων από τον πόλεμο, αλλά και την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει περιοριστικά για τη ζήτηση.
Παράλληλα, αναγνωρίζει τον κίνδυνο να έχει δημιουργηθεί υπερβολικός ενθουσιασμός γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η συνολική του εκτίμηση παραμένει θετική, καθώς θεωρεί ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε έναν πραγματικό επενδυτικό κύκλο, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη ανάπτυξη.
Οι δύο αναγνώσεις για τα ομόλογα
Η πιο αισιόδοξη προσέγγιση του Ρουμπινί διαφοροποιείται αισθητά από την εκτίμηση του Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, ο οποίος βλέπει μεγαλύτερο περιθώριο περαιτέρω πιέσεων στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Ο Ελ-Εριάν αποδίδει την άνοδο των αποδόσεων κυρίως σε μια βαθύτερη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά χρέους. Σύμφωνα με τη δική του οπτική, κυβερνήσεις, μεγάλες επιχειρήσεις και τεχνολογικές εταιρείες αυξάνουν την έκδοση ομολόγων με ταχύτερο ρυθμό από εκείνον με τον οποίο οι παραδοσιακοί επενδυτές είναι σε θέση να απορροφήσουν τη νέα προσφορά.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη μειωμένη διάθεση της Κίνας να αυξήσει τις αγορές αμερικανικών κρατικών ομολόγων, στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η Ιαπωνία και οι χώρες του Κόλπου, αλλά και στο ενδεχόμενο το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας να περιορίσει την έκθεσή του σε αμερικανικό χρέος.
Ο Ρουμπινί, από την άλλη πλευρά, ερμηνεύει την άνοδο των αποδόσεων μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Θεωρεί ότι σημαντικό μέρος της κίνησης αντανακλά τις προσδοκίες για έναν νέο κύκλο ανάπτυξης, με την εκρηκτική αύξηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη να ενισχύει τις προσδοκίες για μεγαλύτερη παραγωγικότητα και οικονομική επέκταση.
Με διαφορετικούς όρους, ο Ελ-Εριάν βλέπει την αγορά ομολόγων να πιέζεται κυρίως από την αυξημένη προσφορά χρέους και την περιορισμένη ζήτηση από τους παραδοσιακούς αγοραστές, ενώ ο Ρουμπινί θεωρεί ότι η άνοδος των αποδόσεων μπορεί σε σημαντικό βαθμό να αποτελεί φυσιολογική συνέπεια μιας βελτιωμένης αναπτυξιακής προοπτικής.
Η αντιπαράθεση των δύο εκτιμήσεων αναδεικνύει το βασικό ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν σήμερα οι αγορές: η άνοδος των αποδόσεων αποτελεί ένδειξη αυξημένου δημοσιονομικού κινδύνου ή σηματοδοτεί την είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε έναν νέο κύκλο επενδύσεων, παραγωγικότητας και ανάπτυξης;



