Το δικαστήριο, θεωρώντας τον Κ. Πολυχρονόπουλο ως τον «ιθύνοντα νου» της οργάνωσης, απέρριψε την πρόταση του εισαγγελέα για απαλλαγή των κατηγορουμένων.
Συγκεκριμένα, οι δικαστές αναφέρθηκαν στον τρόπο για να συγκεντρώνει τα χρήματα, σημειώνοντας ότι η ομάδα καλούσε συχνά το κοινό να καταθέτει χρήματα σε ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν σε στενά συγγενικά πρόσωπα του Πολυχρονόπουλου, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο βασικός εμπνευστής και ηγετικό μέλος της ομάδας.
Κατά την κρίση των δικαστών, ο κατηγορούμενος από νωρίς είχε καταλάβει πως μπορούσε να εκμεταλλευτεί το φιλανθρωπικό αίσθημα των πολιτών, παρουσιάζοντας ψευδώς τη δράση της ομάδας ως αμιγώς φιλανθρωπική και υποστηρίζοντας ότι όλα τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για κοινωνική στήριξη. Στην πραγματικότητα, όμως, ο σκοπός του ήταν να αποκομίσει παράνομα κέρδη και να νομιμοποιήσει τα παράνομα χρήματα μέσω στοιχημάτων σε τυχερά παιχνίδια.
Επιπλέον, οι δικαστές τόνισαν ότι η φιλανθρωπική δράση δεν δικαιολογεί την αδιαφανή διαχείριση των μεγάλων δωρεών, ειδικά όταν μέρος αυτών παρείχετο σε είδος (τρόφιμα, ρούχα, εθελοντική εργασία), κάτι που μείωνε τις ανάγκες της ομάδας και δεν δικαιολογούσε την ύπαρξη τόσο μεγάλων χρηματικών ποσών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Κ. Πολυχρονόπουλος έδινε οδηγίες για την εξαπάτηση του κοινού. Κατά τη διάρκεια της δράσης του, απέσπασε συνολικά 550.000 ευρώ από διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οποία επανεπένδυσε σε στοιχηματισμούς μέσω λογαριασμών σε ΟΠΑΠ και NOVIBET, καταγράφοντας σημαντικές απώλειες αλλά και αναλήψεις μετρητών.






