Η συνολική αυτή ασυνέπεια επιβεβαιώνεται και από τους επιμέρους κλάδους της Βιομηχανίας, του Εμπορίου και των Υπηρεσιών. Πιο συγκεκριμένα, οι ασυνεπείς επιχειρήσεις της Βιομηχανίας αυξήθηκαν κατά 36,34%, oι ασυνεπείς επιχειρήσεις του Εμπορίου αυξήθηκαν κατά 64,89% και οι ασυνεπείς επιχειρήσεις των Υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 10%.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1/1–31/12/2009 το 23,40% των εταιρειών επιδείνωσε την πιστοληπτική ικανότητά του, έναντι του 16,91% που την αύξησε. Η διαφορά είναι 1,38:1, η οποία σημαίνει ότι για κάθε μία επιχείρηση που η πιστοληπτική της ικανότητα αναβαθμίστηκε αντιστοιχούν 1,38 επιχειρήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα επιδεινώθηκε.
Επίσης, οι επιχειρήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα επιδεινώθηκε υπερτερούν έναντι εκείνων των οποίων βελτιώθηκε και σε όλους τους επιμέρους κλάδους δραστηριότητας.
Πιο συγκεκριμένα:
Επιχειρήσεις Βιομηχανίας: Το ποσοστό των Βιομηχανικών επιχειρήσεων που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα είναι 22,52% έναντι του 18,11% των εταιρειών που την αύξησαν. Παρουσιάζεται δηλαδή μια αύξηση της επιδείνωσης έναντι της βελτίωσης κατά 24,35%.
Επιχειρήσεις Εμπορίου: Το ποσοστό των Εμπορικών επιχειρήσεων που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα είναι 24,27% έναντι του 14,19% των εταιρειών που την αύξησαν. Παρουσιάζεται δηλαδή μια αύξηση της επιδείνωσης έναντι της βελτίωσης κατά 71,04%.
Επιχειρήσεις Υπηρεσιών:Το ποσοστό των επιχειρήσεων του τομέα των Υπηρεσιών που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα είναι 23,12% έναντι του 19,77% των εταιρειών που την αύξησαν. Παρουσιάζεται δηλαδή μια αύξηση της επιδείνωσης έναντι της βελτίωσης κατά 16,95%.
Από τα παραπάνω στοιχεία παρατηρείται ότι κατά την περίοδο 1/1–31/12/2009 οι Εμπορικές Επιχειρήσεις παρουσίασαν συγκριτικά τη σημαντικότερη επιδείνωση της πιστοληπτικής τους ικανότητας, ενώ ακολουθούν οι Βιομηχανικές επιχειρήσεις, και με μικρή διαφορά οι ΑΕ, ΕΠΕ του τομέα των Υπηρεσιών.
Δείτε αναλυτικά τη μελέτη στα σχετικά αρχεία.