Οι συνθήκες έντονου ανταγωνισμού, οι οποίες επικρατούν στον κλάδο των χυμών – αναψυκτικών, οδηγεί τις επιχειρήσεις αφενός στην πραγματοποίηση υψηλών δαπανών για διαφήμιση προκειμένου να ενισχύσουν την αναγνωρισιμότητα των εμπορικών τους σημάτων (παλαιών και νέων) και να διατηρήσουν ή/και να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους και αφετέρου, στην παρουσίαση νέων προϊόντων (π.χ. χυμοί με νέες γεύσεις εμπλουτισμένοι με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, νέα ισοτονικά – αθλητικά - ενεργειακά ποτά, αναψυκτικά τύπου «light» σε διάφορες γεύσεις, κ.ά.).
Επιπλέον, ο όγκος της εγχώριας φαινομενικής κατανάλωσης χυμών ακολούθησε, σε γενικές γραμμές, ανοδική πορεία κατά τη διάρκεια της περιόδου 1990-2008, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 4,15%. Ωστόσο, το 2009, η εγχώρια κατανάλωση χυμών παρουσίασε μικρή πτώση (2009/08: -1,2%), η οποία εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2010 (2010/09: -5,7%). Πτωτικές τάσεις παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η συνολική κατανάλωση αναψυκτικών. Ειδικότερα, το 2010 σημειώθηκε περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης κατά 4,6% (2009/08: -1,5%).
Η ζήτηση τόσο στους χυμούς, όσο και στα αναψυκτικά καλύπτεται κατά κύριο λόγο από την εγχώρια παραγωγή, οι δε εισαγωγές κάλυψαν μόλις το 2,3% και το 5,8% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης χυμών και αναψυκτικών, το 2009, αντίστοιχα. Η εξαγωγική επίδοση των εξεταζομένων προϊόντων κυμάνθηκε, επίσης, σε χαμηλά επίπεδα και διαμορφώθηκε σε 9,6% και 4% αντίστοιχα, το 2009.
Στα πλαίσια της μελέτης έγινε και χρηματοοικονομική ανάλυση των παραγωγικών επιχειρήσεων χυμών και αναψυκτικών βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος επιχειρήσεων, για την περίοδο 2008-2009.
Από την ανάλυση του ομαδοποιημένου ισολογισμού των παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου (βάσει δείγματος 17 εταιρειών) προκύπτουν τα εξής: Οι πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν μείωση 1,73% το 2009/08, ωστόσο, η συγκράτηση του κόστους οδήγησε σε οριακή αύξηση (0,58%) των συνολικών μικτών κερδών. Το λειτουργικό αποτέλεσμα αυξήθηκε κατά 18,9%, τα δε καθαρά κέρδη διευρύνθηκαν κατά 13,53%. Μικρή άνοδος σημειώθηκε και στα κέρδη EBITDA (2,54%).



