• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Δημογραφικό: Επιβραδύνεται η μείωση των γεννήσεων – Τα νέα μέτρα για τρίτεκνους και πολύτεκνους
18:00 - 20 Σεπ 2026

Δημογραφικό: Επιβραδύνεται η μείωση των γεννήσεων – Τα νέα μέτρα για τρίτεκνους και πολύτεκνους

Σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των γεννήσεων στην Ελλάδα καταγράφεται κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία των ληξιαρχικών πράξεων του υπουργείου Εσωτερικών.

Από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο καταγράφηκαν 43.339 γεννήσεις. Με βάση μια απλή αναγωγή στο σύνολο του έτους, ο αριθμός εκτιμάται ότι μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στις 65.000. Η τελική επίδοση ενδέχεται να είναι ελαφρώς υψηλότερη, καθώς ο Δεκέμβριος καταγράφει διαχρονικά περισσότερες γεννήσεις σε σχέση με τον μέσο μηνιαίο ρυθμό.

Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός αναμένεται να παραμείνει χαμηλότερος από τις 66.532 γεννήσεις του 2025. Ωστόσο, εφόσον η εικόνα του πρώτου οκταμήνου διατηρηθεί έως το τέλος του έτους, η ετήσια υποχώρηση θα είναι αισθητά μικρότερη σε σχέση με τις απώλειες των προηγούμενων ετών.

Η πορεία των γεννήσεων

Η δημογραφική εικόνα της χώρας έχει επιδεινωθεί ιδιαίτερα μετά την πανδημία, καθώς οι γεννήσεις ακολούθησαν εκ νέου πτωτική πορεία.

Το 2021 καταγράφηκαν 86.390 γεννήσεις, το 2022 77.106, το 2023 72.244, το 2024 69.675 και το 2025 66.532.

Είχε προηγηθεί το 2013, όταν οι γεννήσεις είχαν υποχωρήσει στις 64.568, πριν ακολουθήσει μια περίοδος ανάκαμψης.

Εφόσον η τάση που καταγράφεται το πρώτο οκτάμηνο του 2026 συνεχιστεί και δεν αποδειχθεί συγκυριακή, η ετήσια μείωση εκτιμάται ότι θα περιοριστεί περίπου στις 1.500 γεννήσεις, έναντι απωλειών άνω των 3.000 γεννήσεων κατ’ έτος κατά την προηγούμενη τριετία.

Τα στοιχεία των ληξιαρχείων αποτελούν διοικητικά δεδομένα και δεν συνιστούν ολοκληρωμένη δημογραφική μελέτη. Παρέχουν, ωστόσο, μια πρώτη εικόνα για την εξέλιξη της γεννητικότητας και αξιοποιούνται για τον σχεδιασμό και την αξιολόγηση πολιτικών στήριξης της οικογένειας.

Η Γενική Γραμματέας της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος, Δήμητρα-Ινές Αγγελή, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, χαρακτηρίζει θετική την επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης και τη συνδέει με τα οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια για τη στήριξη των οικογενειών.

Τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί

Από το 2019 έως και το 2025 εφαρμόστηκε ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων οικονομικού, φορολογικού και εργασιακού χαρακτήρα με στόχο τη στήριξη των οικογενειών με παιδιά.

Στα μέτρα περιλαμβάνονται το επίδομα γέννησης, με προσαύξηση 300 έως 500 ευρώ για κάθε επόμενο παιδί, οι αυξήσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων κατά 70 ευρώ για κάθε παιδί, καθώς και προγράμματα όπως οι «Νταντάδες της Γειτονιάς».

Παράλληλα, ενισχύθηκαν τα vouchers για βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, διευρύνθηκαν προγράμματα κοινωνικού τουρισμού και θεσπίστηκαν η άδεια μητρότητας εννέα μηνών, η άδεια πατρότητας 14 ημερών και η τετράμηνη γονική άδεια, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων για την εργασιακή ευελιξία των γονέων.

Στο φορολογικό πεδίο εφαρμόστηκαν ελαφρύνσεις ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ενώ το αφορολόγητο αυξήθηκε κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί.

Στα στεγαστικά μέτρα περιλαμβάνεται το «Σπίτι μου ΙΙ», με ευνοϊκότερους όρους για τρίτεκνους και πολύτεκνους, καθώς και κίνητρα για επιχειρήσεις που στηρίζουν εργαζόμενους γονείς. Παράλληλα, θεσπίστηκε ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας για πολύτεκνες οικογένειες και βοήθημα 1.000 ευρώ για αγρότισσες των οποίων τα παιδιά εισάγονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Οι νέες παρεμβάσεις από το 2027

Το νέο πακέτο μέτρων που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ μετατοπίζει, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, το βάρος από τις εφάπαξ ενισχύσεις σε πιο μόνιμες φορολογικές και οικονομικές ελαφρύνσεις για τις οικογένειες με παιδιά.

Κεντρική αλλαγή αποτελεί η νέα φορολογική μεταχείριση των τρίτεκνων και πολύτεκνων οικογενειών. Οι σχετικές ρυθμίσεις προβλέπεται να θεσμοθετηθούν έως το τέλος του 2026 και να αφορούν εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Μηδενικός φόρος για τρίτεκνους έως 20.000 ευρώ

Για τους τρίτεκνους προβλέπεται μηδενισμός ή δραστική μείωση του φόρου για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, με το αφορολόγητο για οικογένεια με τρία παιδιά να αυξάνεται κατά 11.000 ευρώ.

Με βάση τα παραδείγματα που έχουν παρουσιαστεί, τρίτεκνος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, ο οποίος με το προηγούμενο καθεστώς κατέβαλλε φόρο 620 ευρώ, με τη νέα ρύθμιση δεν θα καταβάλλει φόρο.

Για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, η ελάφρυνση θα αποτυπώνεται στη μηνιαία μισθοδοσία, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες θα τη διαπιστώνουν κατά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων.

Αντίστοιχα, τρίτεκνος ελεύθερος επαγγελματίας με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ, ο οποίος με το προηγούμενο καθεστώς κατέβαλλε φόρο 1.350 ευρώ, με τη νέα ρύθμιση θα έχει μηδενικό φόρο. Η παρέμβαση αφορά ιδιαίτερα περίπου 34.000 τρίτεκνους επαγγελματίες που υπάγονται στην τεκμαρτή φορολόγηση.

Η φορολογική ελάφρυνση επεκτείνεται και σε υψηλότερα εισοδήματα, με τη φορολόγηση να ξεκινά πάνω από το όριο των 20.000 ευρώ. Ενδεικτικά, για τρίτεκνο μισθωτό με ετήσιο εισόδημα 30.000 ευρώ, ο φόρος από 2.820 ευρώ διαμορφώνεται, σύμφωνα με το σχετικό παράδειγμα, στα 1.020 ευρώ, με ετήσιο όφελος 1.800 ευρώ.

Πρόσθετη ενίσχυση για τις πολύτεκνες οικογένειες

Για τις πολύτεκνες οικογένειες, ο μηδενικός φορολογικός συντελεστής για εισόδημα έως 20.000 ευρώ ισχύει ήδη, ενώ το αφορολόγητο διαμορφώνεται το 2026 στα 27.100 ευρώ, έναντι 13.000 ευρώ το 2025.

Παράλληλα, προβλέπεται νέα αύξηση του επιδόματος γέννησης για τις οικογένειες που αποκτούν τέταρτο ή περισσότερα παιδιά. Η προσαύξηση θα είναι κλιμακωτή, με επιπλέον 1.000 ευρώ για κάθε επόμενο παιδί.

Με βάση τα ποσά που ισχύουν σήμερα, το επίδομα ανέρχεται σε 2.400 ευρώ για το πρώτο παιδί, 2.700 ευρώ για το δεύτερο, 3.000 ευρώ για το τρίτο και 3.500 ευρώ για το τέταρτο και κάθε επόμενο παιδί.

Με τη νέα ρύθμιση, τα ποσά για τα επόμενα παιδιά διαμορφώνονται σε 4.500 ευρώ για το τέταρτο, 5.500 ευρώ για το πέμπτο, 6.500 ευρώ για το έκτο και 7.500 ευρώ για το έβδομο παιδί, με την προσαύξηση να συνεχίζεται αντίστοιχα.

Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, μια διαφορετική προσέγγιση στο δημογραφικό, καθώς η ενίσχυση δεν περιορίζεται στην πρώτη γέννηση αλλά αυξάνεται για τις οικογένειες που αποκτούν περισσότερα παιδιά.

Επενδυτικός λογαριασμός για τα παιδιά

Στο νέο πλαίσιο περιλαμβάνεται και η δημιουργία ειδικού επενδυτικού λογαριασμού για βρέφη. Οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν τον λογαριασμό κατά τα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού.

Η κρατική συμμετοχή θα αντιστοιχεί στο ποσό που καταθέτει κάθε χρόνο ο γονέας, έως του ποσού των 1.200 ευρώ ετησίως, και θα συνεχίζεται μέχρι τη συμπλήρωση των 18 ετών.

Για παράδειγμα, για παιδί που γεννήθηκε το 2026 και για λογαριασμό που θα ανοιχθεί εντός του 2027, προβλέπονται συγκεκριμένα ετήσια ποσά καταβολών, με την κρατική συνεισφορά να ακολουθεί τις ίδιες καταθέσεις του γονέα, σύμφωνα με το σχετικό παράδειγμα.

Με βάση την προβολή που περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό, σε βάθος 18 ετών στον λογαριασμό θα έχουν συγκεντρωθεί συνολικά 49.304 ευρώ, εκ των οποίων τα 24.652 ευρώ θα αποτελούν κρατική συνεισφορά.

Περισσότερα τετραγωνικά για τις μεγαλύτερες οικογένειες

Παρεμβάσεις προβλέπονται και στο στεγαστικό πεδίο. Διευρύνονται τα φορολογικά κίνητρα για ιδιοκτήτες που διαθέτουν κενές κατοικίες προς μακροχρόνια μίσθωση, ενώ για τις τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες αυξάνεται το όριο των 120 τετραγωνικών μέτρων κατά 20 τετραγωνικά μέτρα για κάθε εξαρτώμενο παιδί πέραν των δύο.

Παράλληλα, όπως και σε προηγούμενα στεγαστικά προγράμματα, προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι ένταξης στο νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ» για μέλη πολύτεκνων οικογενειών.

Οι παρεμβάσεις στοχεύουν, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, σε ένα από τα πρακτικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα νοικοκυριά: την ανάγκη για μεγαλύτερες κατοικίες, οι οποίες είναι συχνά ακριβότερες και δεν καλύπτονται επαρκώς από τα υφιστάμενα στεγαστικά κίνητρα.

Η εικόνα των πρώτων οκτώ μηνών του 2026 δείχνει, επομένως, μικρότερη ετήσια υποχώρηση των γεννήσεων σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή αποτελεί μέχρι στιγμής μια πρώτη ένδειξη και θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από τα οριστικά στοιχεία του έτους και την πορεία της γεννητικότητας τα επόμενα χρόνια.