Για την ίδια επιφυλλάσσει αποφάσεις που αφορούν τις αποδοχές των στελεχών της, τονίζει η διοίκηση του ΟΤΕ, απαντώντας στις επικρίσεις που δέχθηκε για την αύξηση των επιδομάτων θέσης ευθύνης σε πάνω από 1.000 διευθυντικά στελέχη του οργανισμού. Προσθέτει δε ότι έλαβε την απόφαση αυτή αφού διαπίστωσε ότι οι αμοιβές τους ήταν κατώτερες της αγοράς. Σήμερα δέχθηκε για τη σχετική απόφαση τα πυρά της ΟΜΕ-ΟΤΕ και του ΠαΣοΚ.
Ειδικότερα, η διοίκηση του οργανισμού απαντώντας στις καταγγελίες που δέχθηκε, επισημαίνει ότι «η απόφαση για την αύξηση των επιδομάτων θέσεων ευθύνης λήφθηκε μετά από μελέτες των εταιρειών HAY και KPMG που συνέκριναν τις αμοιβές των στελεχών του
ΟΤΕ με τις αμοιβές στελεχών στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και στην αγορά γενικότερα. Από τις μελέτες προέκυψε ότι οι αμοιβές των στελεχών του
ΟΤΕ ήταν κατώτερες από τον κλάδο και την αγορά. Διευκρινίζει δε ότι έλαβε τη σχετική απόφαση μετά από εισήγηση της Επιτροπής Αμοιβών του διοικητικού συμβουλίου την 9/1/2006, σε μία προσπάθεια να συγκλίνουν μέσα σε μία τριετία οι αμοιβές των στελεχών του
ΟΤΕ με αντίστοιχες στον κλάδο και την αγορά. Απο την πλευρά της η ΟΜΕ-
ΟΤΕ χαρακτηρίζει την απόφαση ως αιφνιδιαστική αλλά, κυρίως, ως επιχείρηση προσβολής του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, καθώς στην ουσία δημιουργεί εργαζόμενους δύο μισθολογικών ταχυτήτων. Κατηγορεί επίσης τη διοίκηση του
ΟΤΕ ότι με τις κινήσεις αυτές, δυναμιτίζει το εργασιακό κλίμα και διχάζει το προσωπικό, σε μια στιγμή που χρειάζεται συνεργασία εργαζομένων και διοίκησης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που θα προκύψουν μετά την έξοδο των περίπου 5.000 υπαλλήλων με τη διαδικασία της εθελουσίας εξόδου. Από την πλευρά του ο υπεύθυνος τομεάρχης του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, αναφερόμενος στη συγκεκριμένη απόφαση της διοίκησης του
ΟΤΕ, αφού χαρακτηρίζει "προκλητική" την αύξηση των επιδομάτων, επισημαίνει ότι "ο κ. Βουρλούμης, κατ’ εντολήν της κυβέρνησης, επιχείρησε να εξαγοράσει ουσιαστικά την υπογραφή μιας νέας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης σε βάρος των νέων εργαζομένων και να υπονομεύσει και ακυρώσει τον ίδιο το θεσμό της συλλογικής σύμβασης". Κατά τον κ. Βενιζέλο, "όλα αυτά συνιστούν μία κοινωνική και θεσμική πρόκληση, καθώς στρέφονται εναντίον όλων των εργαζομένων, όχι μόνον ή κυρίως του ευρύτερου δημοσίου τομέα, αλλά και του ιδιωτικού τομέα".