Μιλώντας μέσω βιντεοσκοπημένου μηνύματος στο συνέδριο Alliance for Responsible Citizenship, στο οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες του συντηρητικού χώρου και επικριτές των κυρίαρχων επιστημονικών θέσεων για την κλιματική αλλαγή, ο Ράιτ δήλωσε ότι «πάντα περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν τον χειμώνα παρά το καλοκαίρι, επειδή το κρύο είναι πολύ μεγαλύτερος δολοφόνος από τη ζέστη».
Ο Αμερικανός υπουργός αναφέρθηκε επίσης στον χειμώνα του 2022 στην Ευρώπη, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι οι επιπτώσεις εκείνης της ενεργειακής κρίσης στη δημόσια υγεία ήταν καταστροφικές.
Οι δηλώσεις του έγιναν την ώρα που κυβερνήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη προειδοποιούν ότι οι θερμοκρασίες-ρεκόρ των τελευταίων ημερών εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή των πολιτών. Οι προειδοποιήσεις επαναφέρουν στη μνήμη τον καύσωνα του 2022, ο οποίος είχε συνδεθεί με περισσότερους από 60.000 θανάτους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Το νέο κύμα ζέστης έχει προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις σε πολλές χώρες. Σχολεία παρέμειναν κλειστά, οι μετακινήσεις επηρεάστηκαν, τα ηλεκτρικά δίκτυα δέχθηκαν αυξημένη πίεση, ενώ αρκετές εκδηλώσεις της London Climate Action Week ακυρώθηκαν λόγω των ακραίων θερμοκρασιών. Στη Γαλλία, περίπου 40 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από πνιγμό, καθώς επιχείρησαν να δροσιστούν σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσες.
Η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ενώ σε πολλές χώρες η χρήση κλιματισμού παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Βρετανός υπουργός Ενέργειας, Εντ Μίλιμπαντ, υπογράμμισε ότι οι πρωτοφανείς θερμοκρασίες αποτελούν ξεκάθαρη απόδειξη της ανάγκης λήψης μέτρων απέναντι στην κλιματική αλλαγή, σημειώνοντας ότι όταν ήταν παιδί θερμοκρασίες 35 βαθμών Κελσίου στο Λονδίνο τον Ιούνιο ήταν αδιανόητες.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει στη στρατηγική της για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παρά τις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ για αύξηση των εισαγωγών αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στις επενδύσεις της Ευρώπης στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια.
Ο Κρις Ράιτ υποστήριξε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα φαινόμενο που θα αντιμετωπιστεί σταδιακά μέσω της τεχνολογικής προόδου και χαρακτήρισε το φυσικό αέριο ως τον σημαντικότερο ενεργειακό παράγοντα της παρούσας περιόδου.
Ωστόσο, επιστήμονες αντέδρασαν έντονα στις τοποθετήσεις του. Η καθηγήτρια Κλιματικής Επιστήμης του Imperial College London, Φρεντερίκε Ότο, επισήμανε ότι οι θάνατοι από καύσωνα δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με εκείνους από το ψύχος, καθώς η επίδραση της ακραίας ζέστης στη θνησιμότητα είναι πολύ πιο άμεση και αυξάνεται συνεχώς, ιδιαίτερα στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Ανάλυση του οργανισμού World Weather Attribution, που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ακραίες θερμοκρασίες που καταγράφονται σήμερα σε περιοχές της Ευρώπης και του Ηνωμένου Βασιλείου θα ήταν «ουσιαστικά αδύνατες» χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Από περισσότερες από 850 πόλεις που εξετάστηκαν, σχεδόν οι μισές έχουν ήδη καταγράψει ή αναμένεται να καταγράψουν επίπεδα θερμικής καταπόνησης-ρεκόρ για τον μήνα Ιούνιο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υπερβολική ζέστη αποτελεί πλέον τη σημαντικότερη αιτία θανάτων που σχετίζονται με καιρικά φαινόμενα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα ομοσπονδιακά στοιχεία, τουλάχιστον 2.300 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη ζέστη το 2023, ενώ οι θάνατοι που αποδόθηκαν στο ψύχος ήταν λιγότεροι από τους μισούς.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει περιορίσει ή αναστείλει προγράμματα που αφορούν την προστασία των πολιτών από τα ακραία θερμικά φαινόμενα, ενώ εξετάζει και την περικοπή χρηματοδότησης ύψους 4,5 δισ. δολαρίων για την οικονομική στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών στην κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών για θέρμανση και ψύξη.
Παρά τις διαφωνίες και τις πιέσεις που δέχεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής παραμένει κορυφαία προτεραιότητα, με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% έως το 2040, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 87% έως το 2042.



