Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, περίπου το 70% της διαμόρφωσης των τιμών του πετρελαίου αντανακλά σήμερα τις προσδοκίες των αγορών για τις γεωπολιτικές εξελίξεις και όχι αποκλειστικά τα θεμελιώδη μεγέθη της προσφοράς και της ζήτησης. Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή προκάλεσε έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει ουσιαστικά τις μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις για την ισορροπία της αγοράς.
Η μεταβλητότητα αυτή αποτυπώθηκε και στις αποτιμήσεις των αποθεμάτων των εταιρειών διύλισης. Όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, μέσα στην περίοδο του πολέμου καταγράφηκαν σημαντικά λογιστικά κέρδη από αποθέματα, τα οποία στη συνέχεια περιορίστηκαν καθώς οι διεθνείς τιμές του αργού επανήλθαν σε χαμηλότερα επίπεδα.
Η αντλία
Στην ελληνική αγορά, η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών δεν μεταφέρεται πάντοτε με την ίδια ταχύτητα στην αντλία. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού πρατηρίων και μικρών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες της εφοδιαστικής αλυσίδας, τη ζήτηση λόγω τουρισμού και το αυξημένο κόστος τροφοδοσίας των νησιών, δημιουργούν χρονικές υστερήσεις στη μετακύλιση των μειώσεων προς τον τελικό καταναλωτή.
Παρά ταύτα, οι τιμές της αμόλυβδης έχουν ήδη υποχωρήσει περισσότερο από δέκα λεπτά ανά λίτρο σε σχέση με τα υψηλά που καταγράφηκαν κατά την κορύφωση της πρόσφατης γεωπολιτικής κρίσης. Η περαιτέρω πορεία τους θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της παγκόσμιας ζήτησης και την αποφυγή νέων εντάσεων στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές.
Η τάση των «πολεμικών μηνών»
Την ίδια στιγμή, αρχίζουν να γίνονται εμφανείς και οι επιπτώσεις των προηγούμενων αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, την περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Μάιο καταγράφηκε μείωση της κατανάλωσης καυσίμων της τάξης του 3%, ένδειξη ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος επηρεάζει πλέον τις μετακινήσεις και τη συνολική καταναλωτική δαπάνη.
Η εικόνα αυτή συνάδει και με τις εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία. Η πρόσφατη ανάλυση της Eurobank επισημαίνει ότι το ενεργειακό σοκ εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, ενισχύοντας παράλληλα τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναθεώρησαν προς τα κάτω τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2026 στο 1,8% από 2,2%, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται πλέον στο 3,7%, αντανακλώντας το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Η επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μεταφέρονται σταδιακά στο σύνολο της οικονομίας. Αντίθετα, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις εξακολουθούν να παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, λειτουργώντας ως βασικό στήριγμα της ανάπτυξης.
Για την αγορά καυσίμων, το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι καθοριστικό. Εφόσον οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου διατηρηθούν σε χαμηλότερα επίπεδα και δεν υπάρξει νέα γεωπολιτική αναταραχή, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να δουν περαιτέρω αποκλιμάκωση στις τιμές της αντλίας. Ωστόσο, η πορεία της ζήτησης, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, θα αποτελέσει τον βασικό παράγοντα που θα καθορίσει αν η αγορά θα επιστρέψει σε πιο σταθερές συνθήκες τους επόμενους μήνες.



