Σε δήλωσή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι η διάταξη που προώθησε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «έδωσε απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα που είχαν προκύψει από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο 3869/2010 και τελικά ωφέλησε τους δανειολήπτες». Όπως ανέφερε, η νομοθετική παρέμβαση προσδιόρισε με σαφήνεια το εύρος εφαρμογής της δικαστικής απόφασης, περιορίζοντας την αβεβαιότητα που είχε δημιουργηθεί.
Η διάταξη, η οποία εγκρίθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής την προηγούμενη εβδομάδα, αφορά περίπου 100.000 συνεπείς δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στις διατάξεις του Νόμου Κατσέλη και προβλέπει σημαντική ελάφρυνση των υποχρεώσεών τους.
Βασική αλλαγή αποτελεί ο νέος τρόπος υπολογισμού των τόκων, καθώς πλέον αυτοί υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, οι τόκοι περιορίζονται σχεδόν στο μηδέν και η μηνιαία επιβάρυνση των δανειοληπτών μειώνεται αισθητά.
Παράλληλα, η ρύθμιση αποκτά αναδρομική ισχύ. Οι επιπλέον τόκοι που έχουν ήδη καταβάλει οι δικαιούχοι με το προηγούμενο καθεστώς συμψηφίζονται με το υπόλοιπο της οφειλής τους, μειώνοντας περαιτέρω το συνολικό ποσό που απομένει προς αποπληρωμή.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που παρουσιάζει το υπουργείο Οικονομικών. Για δανειολήπτη με υπόλοιπο οφειλής 144.500 ευρώ τον Ιανουάριο του 2024, η μηνιαία δόση, η οποία με το προηγούμενο σύστημα ανερχόταν στα 731 ευρώ για διάρκεια αποπληρωμής 300 μηνών, περιορίζεται πλέον στα 483 ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα 482 ευρώ αφορούν αποπληρωμή κεφαλαίου, ενώ ο τόκος διαμορφώνεται μόλις στο 1 ευρώ.
Επιπλέον, επειδή ο συγκεκριμένος δανειολήπτης κατέβαλε επί 30 μήνες επιπλέον 248 ευρώ κάθε μήνα, συνολικά 7.440 ευρώ, το ποσό αυτό αφαιρείται από την οφειλή του μέσω της αναδρομικής εφαρμογής της ρύθμισης. Έτσι, αντί να απομένουν 270 δόσεις, ο αριθμός τους περιορίζεται στις 255, ενώ οι συνολικοί τόκοι που θα καταβάλει μέχρι την ολοκλήρωση της αποπληρωμής περιορίζονται από περίπου 74.852 ευρώ σε μόλις 411 ευρώ.
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της νέας ρύθμισης στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έχει επισημάνει ότι η μείωση των μηνιαίων δόσεων συνεπάγεται χαμηλότερες μελλοντικές εισπράξεις για το πρόγραμμα τιτλοποίησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Για τον λόγο αυτό προβλέπεται μηχανισμός επιμερισμού του οικονομικού βάρους μεταξύ των τραπεζών και του προγράμματος «Ηρακλής», ανάλογα με τα ποσά που έχει εισπράξει κάθε πλευρά, με στόχο – όπως επισημαίνει το υπουργείο – να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική προστασία των δανειοληπτών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου, η συνολική δημοσιονομική επίδραση της ρύθμισης υπολογίζεται σε περίπου 500 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα 20 ετών, λόγω της μείωσης των δόσεων σε χαρτοφυλάκιο δανείων ύψους περίπου 16,5 δισ. ευρώ. Επιπλέον, η αναδρομική εφαρμογή της νέας μεθόδου υπολογισμού των τόκων εκτιμάται ότι δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση περίπου 200 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, το υπουργείο διευκρινίζει ότι σημαντικό μέρος του κόστους που προκύπτει από την αναδρομική εφαρμογή δεν θα επιβαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς θα καλυφθεί από τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζεται ότι η νέα ρύθμιση δεν αφορά τις οφειλές που έχουν ήδη ρυθμιστεί μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού. Στις περιπτώσεις αυτές εξακολουθεί να εφαρμόζεται το ισχύον καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο η μηνιαία δόση υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική δόση επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, τις σχετικές κανονιστικές πράξεις και τις συμβάσεις ρύθμισης.



