Ουσιαστικά, όπως τονίστηκε, η ΜΑΚΒΕΛ - EURIMAC επιχειρεί πλέον να συνδυάσει την παραγωγική ισχύ με την τεχνολογική καινοτομία, τη διεθνή ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα και την επιχειρηματική επιτυχία με μια σταθερά ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, θέτοντας τις βάσεις για την επόμενη φάση ανάπτυξής της την περίοδο 2026-2027.
Επενδύσεις
Το επενδυτικό πλάνο, που ξεκίνησε το 2020 και ολοκληρώνεται σταδιακά έως το τέλος του 2026, ενισχύει καθοριστικά την παραγωγική δυνατότητα, τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της εταιρείας. Στόχος είναι η αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας στους 85.000 τόνους, από 72.300 τόνους το 2025 και 76.200 τόνους το 2024, με τον πήχη για το 2026 να έχει ήδη τοποθετηθεί στους 78.000 τόνους.
Παράλληλα, η EURIMAC επενδύει έντονα στην τεχνολογία και στην καινοτομία προϊόντων. Από το 2020 αξιοποιεί συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες στα σιλό αποθήκευσης σίτου, με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας της πρώτης ύλης και την πρόληψη αλλοιώσεων. Μέσω εξειδικευμένων λογισμικών υποστηρίζει επίσης τους συνεργαζόμενους παραγωγούς στην εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών καλλιέργειας, ενσωματώνοντας την τεχνολογία στην αγροδιατροφική αλυσίδα.
Βιωσιμότητα
Σημαντικός πυλώνας της στρατηγικής της εταιρείας αποτελεί και η βιωσιμότητα. Η EURIMAC είχε ήδη από το 2013 επενδύσει σε μονάδα καύσης βιομάζας για την παραγωγή θερμικής ενέργειας, ενώ εφαρμόζει πολιτική αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ανακυκλώσιμων υλικών συσκευασίας και μηδενικών αποβλήτων προς ταφή. Η προσπάθεια αυτή οδήγησε στην πιστοποίηση Platinum για το “zero waste to landfill”, καθιστώντας την πρώτη εταιρεία τροφίμων στην Ελλάδα και τη μοναδική του μεγέθους της που έχει επιτύχει πραγματικά μηδενικά απόβλητα.
Καινοτομία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην καινοτομία προϊόντων. Η εταιρεία υπήρξε από τις πρώτες που επένδυσαν σε προϊόντα ολικής άλεσης και λειτουργικής διατροφής, ενώ το 2024 προχώρησε στην κυκλοφορία της σειράς ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη. Η νέα σειρά βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και κλινικές μελέτες, με στόχο προϊόντα που συνδυάζουν γεύση και καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο. Το ενδιαφέρον από τις διεθνείς αγορές επιβεβαιώνει ήδη τη δυναμική της νέας κατηγορίας.

Εξωστρέφεια
Την ίδια στιγμή, η εξωστρέφεια παραμένει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης της εταιρείας. Η EURIMAC παράγει σήμερα το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες και αντλεί περίπου το 55% των πωλήσεών της από το εξωτερικό. Η διεθνής αυτή παρουσία βασίζεται σε πολυετείς σχέσεις εμπιστοσύνης και σε μια στρατηγική που συνδυάζει την ελληνική παραγωγή με υψηλές προδιαγραφές ποιότητας και αξιοπιστίας.
Μερίδια
Στην ελληνική αγορά, όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος Οδυσσέας Παπαδόπουλος, η εταιρεία διαθέτει μερίδιο περίπου 30%, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας όσο και μέσω των δικών της brands, με κυρίαρχο το ΜΑΚΒΕΛ. Το brand καταγράφει εντυπωσιακή ανάπτυξη, ξεπερνώντας σημαντικά τον ρυθμό της συνολικής αγοράς. Ειδικότερα, από το 2022 έως το 2025 η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε άνοδο 77,2%, πορεία που συνεχίζεται και το 2026. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η επίδοση αυτή συνδέεται άμεσα με τη σταθερή ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική που εφαρμόζει η εταιρεία καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Οι επιδόσεις
Το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς η EURIMAC πέτυχε τον υψηλότερο όγκο πωλήσεων που έχει καταγράψει ποτέ ελληνική επιχείρηση στον κλάδο των ζυμαρικών. Το 2025, παρά τη φάση έντονων επενδύσεων και το απαιτητικό διεθνές περιβάλλον, η εταιρεία διατήρησε υψηλές επιδόσεις, καταγράφοντας τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικής κερδοφορίας.
Οι πωλήσεις το 2025 διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Τα EBITDA ανήλθαν στα 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Τα καθαρά κέρδη μετά φόρων ανήλθαν στα 8,63 εκατ. ευρώ από 10,70 εκατ. ευρώ το 2024. Η διοίκηση αποδίδει τη μικρή υποχώρηση των οικονομικών μεγεθών στη στρατηγική επιλογή επιτάχυνσης των επενδύσεων και όχι στη βραχυπρόθεσμη ενίσχυση της κερδοφορίας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι ο δανεισμός της εταιρείας παραμένει μηδενικός.
Οι στόχοι
Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η εταιρεία θα ξεπεράσει ακόμη και το ιστορικό υψηλό πωλήσεων του 2024. Η επίτευξη υψηλών όγκων παραγωγής θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, δεδομένου ότι η EURIMAC δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην παραγωγή ζυμαρικών και όχι σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Η ιστορία
Πίσω από τα οικονομικά μεγέθη βρίσκεται μια διαδρομή που ξεκινά το 1939, όταν η ΜΑΚΒΕΛ έκανε τα πρώτα της βήματα στην ελληνική αγορά ζυμαρικών. Η μετέπειτα συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa το 1996 οδήγησε στη δημιουργία της EURIMAC, ενώ η κατασκευή του ιδιόκτητου μύλου το 2007 ενίσχυσε περαιτέρω την καθετοποίηση της παραγωγής και τον έλεγχο της ποιότητας.
Με βάση την ελληνική γη
Η εταιρεία αξιοποιεί αποκλειστικά ελληνικό σκληρό σιτάρι, στηρίζοντας την εγχώρια αγροτική παραγωγή, ενώ χρησιμοποιεί νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα του όρους Μπέλλες. Τα προϊόντα παράγονται με τη μέθοδο αργής ξήρανσης, διατηρώντας καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά και τη γεύση, γεγονός που συνέβαλε και στις διεθνείς διακρίσεις της εταιρείας. Το σπαγγέτι και οι πένες ΜΑΚΒΕΛ έχουν διακριθεί από την πλατφόρμα Taste Atlas, κατατάσσοντας τη EURIMAC ανάμεσα στις 100 καλύτερες εταιρείες ζυμαρικών παγκοσμίως και ως τη μοναδική ελληνική παρουσία στη σχετική λίστα.
Η αναφορά στην τοπική κοινωνία
Παράλληλα, η εταιρεία διατηρεί έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. Το 97% των εργαζομένων της προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, ενώ αναπτύσσει σημαντικές δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η συνολική στρατηγική της EURIMAC έχει οδηγήσει σε υψηλή διεθνή αναγνώριση, με την εταιρεία να συγκαταλέγεται στο κορυφαίο 5% των προμηθευτών μεγάλων λιανεμπορικών αλυσίδων παγκοσμίως σε θέματα περιβάλλοντος και βιωσιμότητας και στο κορυφαίο 1% σε θέματα εργασιακών πρακτικών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επιχειρηματικής ηθικής.