Ο Φατίχ Μπιρόλ δήλωσε στους Financial Times ότι το χαμηλό επίπεδο εξηλεκτρισμού στην Ευρώπη — δηλαδή το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας στο σύνολο της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ — το οποίο ανέρχεται περίπου στο 23%, υπονομεύει τόσο την ανταγωνιστικότητα όσο και την οικονομική «κυριαρχία» της Ένωσης. Παρά τη μεγάλη εξάρτησή της από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, η ΕΕ εμφανίζει ποσοστό εξηλεκτρισμού αντίστοιχο με εκείνο μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.
«Κατά την άποψή μου, πρόκειται για ένα σοβαρό στρατηγικό λάθος της Ευρώπης», δήλωσε ο Μπιρόλ. «Πίστευα και περίμενα ότι η Ευρώπη θα είχε αντιδράσει πιο αποφασιστικά απέναντι σε αυτή την κρίση.»
Σε κοινή συνέντευξη με τον Ευρωπαίο Επίτροπο Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, οι δύο αξιωματούχοι υπογράμμισαν ότι η Ευρώπη οφείλει να επιταχύνει σημαντικά τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας της, έχοντας ήδη βιώσει δύο σοβαρές ενεργειακές κρίσεις μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Ο Μπιρόλ σημείωσε ότι η ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα χωρών όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, όπου το ποσοστό εξηλεκτρισμού υπερβαίνει το 30%.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί να αυξήσει το ποσοστό αυτό στο 32% έως το 2030, ενώ οι δηλώσεις αυτές προηγούνται της παρουσίασης από τον Γιόργκενσεν ενός μακροπρόθεσμου στόχου για περαιτέρω αύξηση του εξηλεκτρισμού έως το 2040. «Το ποσοστό εξηλεκτρισμού στην Ευρώπη παραμένει στάσιμο εδώ και μία δεκαετία. Πρέπει να εξηλεκτρίσουμε την οικονομία μας και να το κάνουμε πολύ πιο γρήγορα», τόνισε.
Ο Δανός Επίτροπος επισήμανε ότι η ΕΕ έχει ήδη αναπτύξει περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έχει βελτιώσει την ενεργειακή της αποδοτικότητα και έχει μειώσει την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 20% από το 2022, όταν η Ρωσία περιόρισε δραστικά τις προμήθειες φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Ωστόσο, οι τομείς της θέρμανσης, των μεταφορών και της βιομηχανίας εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο Γιόργκενσεν αναγνώρισε ότι αυτή η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις εισαγωγές είχε ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να πληγεί έντονα και από τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Την επόμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει σχέδιο μέτρων που θα υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να μειώσουν τη φορολογία στην ηλεκτρική ενέργεια και να θεσπίσουν κίνητρα για την υιοθέτηση αντλιών θερμότητας, ηλεκτρικών οχημάτων και άλλων «πράσινων» τεχνολογιών από τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με προσχέδιο της πρότασης, το οποίο έχουν δει οι Financial Times, σήμερα υπάρχουν μόλις δύο κράτη-μέλη όπου η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία είναι μικρότερη από το διπλάσιο της τιμής του φυσικού αερίου: η Σουηδία και η Φινλανδία.
Το σχέδιο προβλέπει την προώθηση του εξηλεκτρισμού μέσω κινήτρων, ώστε έως το 2030 το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας να μην υπερβαίνει τις 2,5 φορές το κόστος του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά και τις 2 φορές για τη βιομηχανία. Ένας από τους βασικούς τρόπους επίτευξης αυτού του στόχου θα είναι η υποχρεωτική ευνοϊκότερη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με το έγγραφο, αυτό αναμένεται να ενθαρρύνει τους πολίτες να εγκαθιστούν αντλίες θερμότητας και να επιλέγουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ενώ παράλληλα θα ενισχύσει τα οικονομικά κίνητρα για τη βιομηχανία ώστε να προχωρήσει σε απανθρακοποίηση των παραγωγικών της διαδικασιών.
Ωστόσο, η εφαρμογή των μέτρων ενδέχεται να αποδειχθεί δαπανηρή για χώρες που βασίζουν σημαντικό μέρος των φορολογικών τους εσόδων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Ιρλανδία συγκαταλέγονται στις χώρες με τις υψηλότερες αναλογίες τιμής ηλεκτρικής ενέργειας προς τιμή φυσικού αερίου.
Επιπλέον, στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνσεις όπως χρεώσεις για τη χρηματοδότηση των δικτύων και άλλες ρυθμιζόμενες εισφορές αυξάνουν περαιτέρω το τελικό κόστος για τους καταναλωτές.
Ο Μπιρόλ προειδοποίησε επίσης ότι οι χρόνιες αδυναμίες στα ηλεκτρικά δίκτυα αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια εξηλεκτρισμού της Ευρώπης. Χαρακτηρίζοντας «πολύ θετική εξέλιξη» το γεγονός ότι εγκαταστάθηκαν πέρυσι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνολικής ισχύος-ρεκόρ 85 γιγαβάτ (GW), σημείωσε ότι περίπου 600 GW έργων ΑΠΕ έχουν ήδη ολοκληρωθεί, αλλά εξακολουθούν να αναμένουν σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο.
Μεγάλο μέρος της συμφόρησης στα ευρωπαϊκά δίκτυα οφείλεται σε προβλήματα σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς οι χώρες δυσκολεύονται να προσαρμόσουν τις υποδομές τους στη μαζική ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πολλά από αυτά βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές και παράγουν ηλεκτρική ενέργεια αποκεντρωμένα, σε αντίθεση με το παλαιότερο μοντέλο, όπου λίγοι μεγάλοι σταθμοί παραγωγής με ορυκτά καύσιμα βρίσκονταν συνήθως κοντά στα βιομηχανικά κέντρα και στις περιοχές κατανάλωσης.
«Τα κράτη-μέλη μπορούν ήδη από αύριο να επιταχύνουν την επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων τους, αλλά και να αξιοποιήσουν πολύ πιο αποτελεσματικά τις υποδομές που ήδη διαθέτουν», κατέληξε ο Γιόργκενσεν.






