• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Μελέτη ΙΟΒΕ: Σημαντικό περιθώριο βελτίωσης της θερμοκηπιακής γεωργίας στην Ελλάδα
19:28 - 19 Ιουν 2025

Μελέτη ΙΟΒΕ: Σημαντικό περιθώριο βελτίωσης της θερμοκηπιακής γεωργίας στην Ελλάδα

 Το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ διοργάνωσε εκδήλωση για την  παρουσίαση της μελέτης  «Η θερμοκηπιακή γεωργία εκτός εδάφους στην Ελλάδα: Προκλήσεις, προοπτικές και οι περιπτώσεις της Στερεάς και Βόρειας Ελλάδας».

Τα μεγάλα πλεονεκτήματα από την ανάπτυξη της Θερμοκηπιακής Γεωργίας Εκτός Εδάφους (ΘΓΕΕ), με έμφαση στις υδροπονικές καλλιέργειες, για την ενίσχυση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας υπογραμμίζει η νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Η Θερμοκηπιακή Γεωργία Εκτός Εδάφους στην Ελλάδα Προκλήσεις, προοπτικές και οι περιπτώσεις της Στερεάς και Βόρειας Ελλάδας». Η μελέτη εκπονήθηκε με τη στήριξη του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Στερεάς Ελλάδος, της Τράπεζας Πειραιώς και της Intelligent Green Crops S.A.

Η μελέτη παρουσιάστηκε σήμερα, Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025, σε ειδική εκδήλωση με κεντρικό ομιλητή τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Κώστα Τσιάρα. Στην τοποθέτησή του ο κ. Τσιάρας σημείωσε μεταξύ άλλων: «Η σημερινή παρουσίαση της μελέτης του ΙΟΒΕ για τη Θερμοκηπιακή Γεωργία Εκτός Εδάφους αποτελεί έναν σταθμό στον σχεδιασμό της αγροτικής μας πολιτικής. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Καθηγητή Νίκο Βέττα και την ομάδα του για την ουσιαστική τους συμβολή. Τα ευρήματα της μελέτης επιβεβαιώνουν ότι η θερμοκηπιακή καλλιέργεια, και ειδικά η υδροπονία, μπορεί να προσφέρει πολλαπλάσια παραγωγή, με λιγότερους πόρους και υψηλότερη ποιότητα. Η κυβέρνηση επενδύει στρατηγικά στον τομέα αυτό, μέσα από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών ύψους 600 εκατ. ευρώ, που τίθεται σε εφαρμογή στις 23 Ιουνίου. Στόχος μας δεν είναι η ενίσχυση αποσπασματικών δράσεων, αλλά η δημιουργία ενός νέου, δυναμικού πυλώνα για την ελληνική γεωργία — με τεχνολογία, εξωστρέφεια και βιωσιμότητα. Η ελληνική γεωργία του 2030 δεν θα αρκείται στις επιδοτήσεις. Θα δημιουργεί αξία, θα φέρνει εισόδημα και θα κρατά τους νέους στον τόπο τους. Με σχέδιο, τεκμηρίωση και συνεργασία, χτίζουμε το μέλλον της ελληνικής παραγωγής. Το μέλλον είναι θερμοκηπιακό — και είναι δικό μας».

Τη μελέτη παρουσίασε ο κ. Γιώργος Μανιάτης, Υπεύθυνος Έρευνας Κλαδικών Μελετών του ΙΟΒΕ.

Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή των κ.κ. Άλκη Αλεξάνδρου, Γενικού Διευθυντή Αγροτικής Τραπεζικής, Τράπεζα Πειραιώς, Χρήστου Δ. Κατσάνου, Σύμβουλου Ολικής Διαχείρισης Θερμοκηπίου, DKG Group, Γιάννη Πανάγου, Εκδότη και Διευθυντή, Εφημερίδα Agrenda και Σέρκου Χαρουτουνιάν, Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και Aντιπρόεδρου Εκτ. Επιτροπής, Food and Agriculture Organization of the United Nations –FAO.

Τη συζήτηση συντόνισε ο κ. Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής ΙΟΒΕ και Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ η παραδοσιακή υπαίθρια γεωργία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακραία φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, όπως οι ισχυρές βροχοπτώσεις και οι υψηλές θερμοκρασίες για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, φαινόμενα που θέτουν σε κίνδυνο μεγάλο μέρος της γεωργικής παραγωγής, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Στο απαιτητικό αυτό περιβάλλον η θερμοκηπιακή γεωργία μπορεί να συμβάλει στη θωράκιση της αγροτικής παραγωγής έναντι των ακραίων φαινομένων αλλά και στη δραστική βελτίωση της παραγωγικότητας με τη χρήση νέων τεχνολογιών και μεθόδων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η υδροπονία, παρότι καλύπτει μόλις το 2% των θερμοκηπιακών εκτάσεων, συνεισφέρει ήδη στο 8% της εγχώριας παραγωγής κηπευτικών, με ισχυρές προοπτικές επέκτασης.

Στη μελέτη καταγράφονται μεγάλες διαφορές στην παραγωγικότητα ανά μονάδα καλλιεργούμενης επιφάνειας κηπευτικών στις χώρες της Ευρώπης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο μαρούλι η μέση στρεμματική απόδοση σε καλλιέργειες θερμοκηπίου στην Πολωνία είναι 4,9 φορές υψηλότερη της αντίστοιχης στη χώρα μας, στη ντομάτα 4,3 φορές μεγαλύτερη παραγωγή στην Πολωνία, ενώ στο αγγούρι 8,8 φορές μεγαλύτερη παραγωγή στην Ολλανδία.

Με στόχο την αξιοποίηση των νέων μεθόδων παραγωγής, η κυβέρνηση συνέταξε ένα Εθνικό Πρόγραμμα για την ανάπτυξη των καλλιεργειών θερμοκηπίου προϋπολογισμού 600 εκατ. ευρώ.

Το πρόγραμμα στοχεύει σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής, εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και προστασία περιβάλλοντος.

Υδροπονία: Πλεονεκτήματα και αδυναμίες

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ τα βασικά πλεονεκτήματα της υδροπονίας είναι:

  • Αυξημένη παραγωγικότητα
  • Περιβαλλοντική βιωσιμότητα: Εξοικονόμηση νερού (έως 90%), δραστική μείωση χρήσης αγροχημικών και αποφυγή μόλυνσης υπογείων υδάτων, κυκλικότητα
  • Προστασία καλλιεργειών από ακραίες καιρικές συνθήκες και ασθένειες
  • Ευελιξία: Δυνατότητα παραγωγής σε αστικές και μη παραγωγικές περιοχές, και καλλιέργεια εκτός εποχής

Ωστόσο εντοπίζονται και σημαντικές προκλήσεις:

  • Υψηλό κόστος αρχικής επένδυσης για εξοπλισμό και υποδομές
  • Υψηλές ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση, ψύξη, φωτισμό και αυτοματισμούς
  • Ανάγκη εξειδικευμένης τεχνογνωσίας και ανθρώπινου δυναμικού
  • Δυσκολία για μικρούς παραγωγούς με χαμηλή οικονομική δυνατότητα

Οι κύριες διαπιστώσεις της μελέτης

Από τη μελέτη του ΙΟΒΕ προκύπτει μια σειρά από κρίσιμες διαπιστώσεις που αφορούν τόσο την παρούσα κατάσταση όσο και τις προοπτικές του τομέα:

  • Ο τομέας των κηπευτικών αποτελεί σημαντικό πυλώνα της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, με υψηλή προστιθέμενη αξία και ισχυρή σύνδεση με τη διατροφική αυτάρκεια και τις εξαγωγές.
  • Η υπαίθρια παραγωγή κηπευτικών ακολουθεί φθίνουσα πορεία, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη μείωση εκτάσεων και παραγωγής την τελευταία δεκαετία, εντείνοντας την ανάγκη στροφής προς πιο αποδοτικά και ανθεκτικά παραγωγικά συστήματα.
  • Η παραγωγικότητα των ελληνικών θερμοκηπίων υπολείπεται σημαντικά εκείνης των θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας που λειτουργούν σε άλλες χώρες της Ε.Ε., κυρίως λόγω περιορισμένης αξιοποίησης τεχνολογικών λύσεων και σύγχρονων καλλιεργητικών πρακτικών.
  • Το εξωτερικό εμπόριο κηπευτικών παρουσιάζει υστέρηση, καθώς οι εξαγωγές παραμένουν σχετικά χαμηλές και οι εισαγωγές αυξάνονται.
  • Υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης της θερμοκηπιακής γεωργίας στην Ελλάδα, μέσω του εκσυγχρονισμού των υποδομών, της τεχνολογικής αναβάθμισης και της υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών παραγωγής.
  • Το Εθνικό Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού και Ανάπτυξης Θερμοκηπίων θα έχει καταλυτικό ρόλο, προσφέροντας στοχευμένη χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη σε επενδύσεις που δύνανται να μετασχηματίσουν τον τομέα.

Στη μελέτη εκτιμήθηκε επίσης ότι η συνολική συμβολή της Θερμοκηπιακής Γεωργίας Εκτός Εδάφους στο ΑΕΠ και την απασχόληση της ελληνικής οικονομίας, σε ένα σενάριο ανάπτυξης 5.000 στρεμμάτων υδροπονικών θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας (από περίπου 1.350 στρέμματα σήμερα) μπορεί να φτάσει τα 395 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ θα μπορούσαν να υποστηριχθούν συνολικά 10.202 θέσεις εργασίας ετησίως, ιδίως στην περιφέρεια και σε αγροτικές περιοχές, όπως ενδεικτικά εκτιμήθηκε για τις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδος και Αν. Μακεδονίας & Θράκης.

Προτάσεις πολιτικής

Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταλήγει σε μια σειρά προτάσεων πολιτικής με στόχο την ταχύτερη ενσωμάτωση των νέων μεθόδων παραγωγής στον αγροτικό τομέα.

Σχέδιο Ανάπτυξης ΘΓΕΕ: Συμπληρωματικά στον υφιστάμενο σχεδιασμό για τον εκσυγχρονισμό των θερμοκηπίων με μέριμνα για θέματα ειδικής εκπαίδευσης και κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού και παροχή επαρκών οικονομικών κινήτρων ώστε να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα μονάδων ΘΓΕΕ που θα επιφέρει μείωση του αρχικού κόστους της επένδυσης.

Χρηματοδότηση: Αξιοποίηση πόρων και μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου για την παροχή επιχορηγήσεων άνω του ορίου των 500 χιλ. ευρώ, με τήρηση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση ιδιωτικών και δανειακών κεφαλαίων.

Ενέργεια: Εξασφάλιση της προτεραιότητας σύνδεσης των μονάδων ΑΠΕ των θερμοκηπίων στο δίκτυο ηλεκτρισμού με στόχο την αυτοκατανάλωση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας με συμβάσεις συμψηφισμού. Αξιοποίηση των γεωθερμικών πεδίων της χώρας για την ανάπτυξη σύγχρονων θερμοκηπίων με χαμηλότερες ενεργειακές δαπάνες.

Ανθρώπινο Δυναμικό: Ενίσχυση των διασυνδέσεων των Γεωπονικών σχολών με τις επιχειρήσεις ΘΓΕΕ για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και την εισαγωγή καινοτομιών, με παράλληλη ενίσχυση της έρευνας.

ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΕΚΤΟΣ ΕΔΑΦΟΥΣ

Η υπαίθρια γεωργία αντιμετωπίζει σήμερα σημαντικές προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, στα ακραία φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, όπως οι ισχυρές βροχοπτώσεις ή οι υψηλές θερμοκρασίες για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Τα φαινόμενα αυτά θέτουν σε κίνδυνο μεγάλο μέρος της γεωργικής παραγωγής, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, και μπορεί να επηρεάσουν την επάρκεια τροφίμων, οδηγώντας συγχρόνως σε μεγάλες και ξαφνικές διακυμάνσεις των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Η υπαίθρια γεωργική παραγωγή συμπληρώνεται από τη θερμοκηπιακή παραγωγή που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας με τη βελτιστοποίηση του ελέγχου του κλιματικού περιβάλλοντος και της θρέψης για την ανάπτυξη των φυτών. Το ελεγχόμενο περιβάλλον παρέχει τη δυνατότητα παραγωγής σε όλη τη διάρκεια του έτους ανεξαρτήτως εποχής. Συγχρόνως, η θερμοκηπιακή γεωργία επηρεάζεται σε μικρότερο βαθμό από τα ακραία κλιματικά φαινόμενα. Αποτελεί, συνεπώς, μια ασφαλιστική δικλίδα για την εξασφάλιση επάρκειας τροφίμων σε όλο το έτος.

Τα τελευταία χρόνια η παραγωγή των θερμοκηπιακών μονάδων καλλιέργειας κηπευτικών και φρούτων στην Ελλάδα έχει ενισχυθεί με την κατασκευή νέων σύγχρονων θερμοκηπίων, τα οποία εφαρμόζουν μια μέθοδο καλλιέργειας εκτός εδάφους, την υδροπονία. Η Θερμοκηπιακή Γεωργία Εκτός Εδάφους (ΘΓΕΕ), η οποία εντάσσεται στη Γεωργία Ελεγχόμενου Περιβάλλοντος (Controlled Environment Agriculture), αποτελεί μια σύγχρονη μέθοδο γεωργικής παραγωγής που συνδυάζει τη χρήση νέων τεχνολογιών με τις παραδοσιακές καλλιεργητικές πρακτικές, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης για τα φυτά. Βασίζεται στη διαμόρφωση και τη συνεχή παρακολούθηση κρίσιμων περιβαλλοντικών παραμέτρων, όπως η θερμοκρασία, η υγρασία, το φως και η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα, με στόχο τη βέλτιστη απόδοση και ποιότητα της παραγωγής. Αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες, όπως οι αισθητήρες IoT, τα συστήματα ανάλυσης δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες επιτρέπουν τόσο τη συλλογή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, όσο και τη δυναμική προσαρμογή των συνθηκών καλλιέργειας, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα και μειώνοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Οι υδροπονικές καλλιέργειες θερμοκηπίου εξειδικεύονται σε φυτά που ευνοούνται από την ακριβή ρύθμιση συνθηκών στη ριζόσφαιρα, όπως φυλλώδη λαχανικά, ντομάτες, πιπεριές και φράουλες. Επιπλέον, οι υδροπονικές μονάδες αξιοποιούνται για την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, όπως λαχανικά, ανθοκομικά, δέντρα και αμπέλια, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται σε μεγάλης κλίμακας θερμοκήπια για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας. Τα θερμοκήπια και τα υδροπονικά συστήματα προσφέρονται και για την καλλιέργεια εξειδικευμένων φυτών, όπως αρωματικά φυτά, φυτά φαρμακευτικής χρήσης και καλλιέργειες υψηλής διατροφικής αξίας.

Η ΘΓΕΕ παρουσιάζει σημαντικά οφέλη, τα οποία περιλαμβάνουν τα εξής:

• Αυξημένη παραγωγικότητα και προστιθέμενη αξία σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού αυξάνονται διεθνώς.

• Περιβαλλοντική βιωσιμότητα της παραγωγής με εξοικονόμηση νερού άρδευσης, δραστική μείωση ή απουσία της χρήσης αγροχημικών και προστασία των υπογείων υδάτων με την εφαρμογή των αρχών της κυκλικής οικονομίας, όπως η χρήση ανακυκλούμενων θρεπτικών διαλυμάτων.

• Προστασία των καλλιεργειών από ακραίες καιρικές συνθήκες και ασθένειες που συμβάλλει στην αποδοτικότητα και στην ασφάλεια του εισοδήματος των παραγωγών και της προσφοράς τροφίμων προς τους καταναλωτές, ειδικά υπό συνθήκες κλιματικής κρίσης.

• Ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, όπως Agrivoltaics, συστήματα αυτοματισμού, παρακολούθησης και ελέγχου της παραγωγής σε συνδυασμό και με άλλες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) που ενισχύουν την οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα της παραγωγής. • Ευελιξία μέσα από τη δυνατότητα παραγωγής σε μη παραγωγικές εκτάσεις και την καλλιέργεια εκτός εποχής.

• Υψηλή ποιότητα παραγωγής τροφίμων υψηλής διατροφικής αξίας, όπως είναι τα κηπευτικά-λαχανικά και καλύτερες μέσες τιμές διάθεσης των προϊόντων για τους παραγωγούς.

• Δημιουργία νέων, εξειδικευμένων και μη, θέσεων εργασίας στην περιφέρεια και σε αγροτικές περιοχές που φθίνουν, με ανάπτυξη και συμπληρωματικών / συνδεδεμένων δραστηριοτήτων που ενισχύουν οικονομικά τις τοπικές οικονομίες και δημιουργούν προϋποθέσεις για την παραμονή των νέων στην περιφέρεια.

Η υδροπονία δεν στερείται προκλήσεων και αδυναμιών. Ένα από τα σημαντικά εμπόδια είναι το υψηλό αρχικό κόστος εγκατάστασης. Επιπλέον, η τεχνική πολυπλοκότητα της υδροπονίας απαιτεί υψηλό επίπεδο γνώσης και δεξιοτήτων για τη σωστή διαχείριση των συστημάτων, γεγονός που αποτελεί πρόκληση για μη εξειδικευμένους παραγωγούς, οδηγώντας και σε χαμηλή αποδοχή σε περιοχές που κυριαρχούν οι παραδοσιακές γεωργικές πρακτικές. Οι υδροπονικές καλλιέργειες μπορεί να είναι υψηλής εντάσεως ενέργειας, για σκοπούς θέρμανσης και φωτισμού των θερμοκηπίων, γεγονός που τις καθιστά ευάλωτες σε αυξήσεις των τιμών ενέργειας.

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι καλλιέργειες θερμοκηπίου αποτελούν σημαντικό τμήμα του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα και, παρά τις διαφορές που μπορεί να έχουν, αντιμετωπίζουν ορισμένες κοινές προκλήσεις με άλλους τύπους γεωργικών καλλιεργειών. Ο αγροτικός τομέας αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και της διατροφικής αυτάρκειας της χώρας. Ωστόσο, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη δομή των εκμεταλλεύσεων, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και τον χαμηλό βαθμό εκπαίδευσης και ανανέωσής του, την περιορισμένη συνεργασία και συλλογική δράση, το υψηλό κόστος παραγωγής, τις περιβαλλοντικές πιέσεις και την ανάγκη για καινοτομία και επενδύσεις. Παράλληλα, η διεθνής συγκυρία και η κλιματική αλλαγή διαμορφώνουν ένα δυναμικά εξελισσόμενο περιβάλλον, το οποίο απαιτεί νέες στρατηγικές για την προσαρμογή και την ανάπτυξη του τομέα. Συνεπώς, η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων, η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, η προώθηση της συνεργασίας και η εξωστρέφεια αποτελούν βασικούς παράγοντες για την ανάπτυξή του. Με τις κατάλληλες πολιτικές και επενδύσεις, ο ελληνικός αγροτικός τομέας μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης και να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον για τους παραγωγούς και την εθνική οικονομία.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η παραγωγή κηπευτικών–λαχανικών στην Ελλάδα διεξάγεται τόσο σε υπαίθριες καλλιέργειες όσο και σε θερμοκήπια. Συνολικά, η έκταση γης που φυτεύτηκε με κηπευτικά και άλλες συναφείς καλλιέργειες (όπως άνθη, σπορεία και φυτώρια) κάλυπτε το 2022 μόλις το 1,6% των συνολικών καλλιεργούμενων εκτάσεων στη χώρα. Παρόλα αυτά, η οικονομική σημασία της παραγωγής κηπευτικών είναι πολλαπλάσια.

Η μακροχρόνια τάση αναφορικά με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις κηπευτικών-λαχανικών στην Ελλάδα είναι έντονα πτωτική. Οι εκτάσεις κηπευτικών-λαχανικών που καλλιεργούνται τόσο στην ύπαιθρο όσο και υπό κάλυψη σε θερμοκήπια (περιλαμβάνονται τα μαρούλια, οι ντομάτες - εκτός από τη βιομηχανική ντομάτα- τα αγγούρια, οι πιπεριές και οι φράουλες και εξαιρούνται τα καρπούζια και πεπόνια) μειώθηκαν την περίοδο 2010-2023 από 288,5 χιλ. στρέμματα το 2010 σε 142,1 χιλ. στρέμματα το 2023 (-51%), με τη μείωση την περίοδο 2020-2023 να είναι ιδιαίτερα έντονη (-33%). Αυτή η εξέλιξη οφείλεται αποκλειστικά στις υπαίθριες καλλιέργειες, καθώς η έκταση των καλλιεργειών σε θερμοκήπια (υπό κάλυψη) αυξήθηκε κατά 22% από 61,3 χιλ. στρέμματα το 2010 σε 74,5 χιλ. στρέμματα το 2023 –με κορύφωση τα 83,6 χιλ. στρέμματα το 2021. Παρομοίως, η παραγωγή μειώθηκε από 1,38 εκατ. τόνους το 2010 σε 711,7 χιλ. τόνους το 2023 (- 48%), μείωση που οφείλεται αποκλειστικά στις υπαίθριες καλλιέργειες.

Η μέση απόδοση ανά στρέμμα καλλιέργειας κηπευτικών διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ της υπαίθριας και της θερμοκηπιακής παραγωγής. Συνολικά την περίοδο 2010-2023 παρήχθησαν κατά μέσο όρο 8,7 τόνοι νωπών λαχανικών θερμοκηπίου ανά στρέμμα καλλιέργειας έναντι 2,7 τόνων ανά στρέμμα στις υπαίθριες καλλιέργειες (3,3 φορές υψηλότερη απόδοση).

Η θέση της Ελλάδας ως παραγωγού κηπευτικών θερμοκηπίου είναι σημαντική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που υποδεικνύει την οικονομική σημασία και τις προοπτικές ανάπτυξης του συγκεκριμένου κλάδου γεωργικής παραγωγής. Συγχρόνως, όμως, η χώρα παρουσιάζει ένα έλλειμμα παραγωγικότητας στις καλλιέργειες θερμοκηπίου, το οποίο εφόσον αντιμετωπιστεί με κατάλληλη τεχνολογική αναβάθμιση, θα συμβάλει στην ενίσχυση της συνεισφοράς τους στην εθνική οικονομία. Ενδεικτικά, σε σύγκριση με τις μέγιστες τιμές που καταγράφηκαν σε ευρωπαϊκές χώρες το 2023 σε καλλιέργειες κηπευτικών θερμοκηπίου, προκύπτουν πολύ υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις που δυνητικά κυμαίνονται από 3 φορές για την πιπεριά, έως 8,8 φορές για το αγγούρι. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής προς αυτά τα επίπεδα, με διασφάλιση της ανταγωνιστικής τιμής, της ποιότητας και των αγορών διάθεσης των προϊόντων, θα έχει πολλαπλά οφέλη για την οικονομία και τους παραγωγούς.

Η αξία της εγχώριας παραγωγής νωπών κηπευτικών –ένας δείκτης της ευρύτερης οικονομικής σημασίας του τομέα γεωργικής παραγωγής κηπευτικών– έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Για το 2023 εκτιμάται σε 1.640 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 11% συγκριτικά με το 2022, εν μέρει λόγω και της αύξησης των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Τα νωπά κηπευτικά αντιπροσώπευαν το 2023 το 17% της συνολικής αξίας φυτικής παραγωγής. Εκτιμάται επίσης ότι η συνολική αξία παραγωγής κηπευτικών θερμοκηπίου κινήθηκε ανοδικά την περίοδο 2010-2023, φτάνοντας το 2023 τα 454 εκατ. ευρώ. Η συνολική αξία της εγχώριας παραγωγής κηπευτικώνλαχανικών βρισκόταν το 2023 στην έβδομη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί –σε όρους αξίας παραγωγής– ήταν το ίδιο έτος η Ιταλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Πολωνία και η Ολλανδία.

Η αξία εξαγωγών νωπών κηπευτικών ανήλθε σε 197 εκατ. ευρώ το 2023, αυξημένη κατά 34% έναντι του προηγούμενου έτους. Από την άλλη πλευρά, η αξία των εισαγωγών έφτασε τα 129 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας παρόμοια αύξηση, κατά 34%, έναντι του 2022. Το εμπορικό ισοζύγιο κηπευτικών ήταν την εξεταζόμενη περίοδο 2010-2023 πλεονασματικό σε όρους αξίας. Σε σύγκριση με άλλες χώρες με σημαντική παραγωγή, το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο κηπευτικώνλαχανικών είναι περιορισμένο. Ενδεικτικά, η Ολλανδία κατέγραψε εξαγωγές ύψους 7,3 δισ. ευρώ (και εισαγωγές 2,5 δισ. ευρώ, καθώς αποτελεί και διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου), η Ισπανία είχε εξαγωγές ύψους 8,5 δισ. ευρώ (και εισαγωγές 1,3 δισ. ευρώ), ενώ η Τουρκία είχε εξαγωγές αξίας 1,1 δισ. ευρώ και μηδαμινές εισαγωγές.

Αναφορικά με το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο των κυριότερων κηπευτικών προϊόντων, σε όρους ποσοτήτων, σημειώνονται τα εξής:

• Οι ποσότητες των ελληνικών εξαγωγών ντομάτας παραμένουν σχετικά σταθερές μετά το 2014 και κατευθύνονται κυρίως σε γειτονικές χώρες, με κύριο αγοραστή την Βουλγαρία. Οι εξαγωγές αγγουριών αυξάνονται και εκτός από τη Βουλγαρία κατευθύνονται στη Ρουμανία, την Πολωνία και τη Γερμανία. Ελαφρά πτωτική τάση, με διακυμάνσεις παρουσιάζουν οι εξαγωγές πιπεριάς, οι οποίες κατευθύνονται σε γειτονικές χώρες και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Γερμανία, Αυστρία). Χαμηλότερο επίπεδο και μικρές διακυμάνσεις παρουσιάζουν οι ελληνικές εξαγωγές μαρουλιού, έχοντας ως κύριους προορισμούς τη Βουλγαρία, την Αλβανία, την Κύπρο και τη Ρουμανία.

• Οι ποσότητες των ελληνικών εισαγωγών ντομάτας τείνουν να αυξάνονται (30 χιλ. τόνοι το 2024 από 18 χιλ. τόνους το 2019) και προέρχονται κυρίως από την Τουρκία, την Πολωνία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Οι εισαγωγές αγγουριών βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο, ενώ ελαφρά ανοδική τάση παρουσιάζουν οι εισαγωγές πιπεριάς, οι οποίες προέρχονται κυρίως από την Ολλανδία και την Τουρκία. Σημαντική άνοδος καταγράφεται στις εισαγωγές μαρουλιού (10,1 χιλ. τόνοι το 2024 από 5,9 χιλ. τόνους το 2019), έχοντας ως κύριους προμηθευτές την Ολλανδία, την Ισπανία και την Ιταλία.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή Γεωργίας-Κτηνοτροφίας (με έτος αναφοράς το 2020) τα θερμοκήπια στην Ελλάδα καλύπτουν 48.720 στρέμματα (περίπου το 11% του συνόλου της καλλιεργούμενης κηπευτικής γης) σε σύνολο 8.319 εκμεταλλεύσεων (5,9 στρέμματα ανά εκμετάλλευση). Περίπου το 1/3 των εκτάσεων θερμοκηπίων βρίσκεται στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (περιλαμβάνει τις περιφερειακές ενότητες Ηλείας και Αχαΐας) και παρόμοιο ποσοστό είναι εγκατεστημένο στην Κρήτη. Η Κεντρική Μακεδονία συγκεντρώνει το 11% των εκτάσεων, η Πελοπόννησος το 7% και η Αττική το 5%. Το υπόλοιπο 13% των εκτάσεων κατανέμεται στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, με τις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδος και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης να συγκεντρώνουν από κοινού μόλις το 4% των εκτάσεων που καλύπτονται από θερμοκήπια. Σε όρους πλήθους εκμεταλλεύσεων, το 55% βρίσκονται στη Κρήτη, το 18% στην Κεντρική Μακεδονία, το 9% στη Δυτική Ελλάδα, το 8% στην Πελοπόννησο και το 10% στην υπόλοιπη χώρα. Το μέσο μέγεθος των θερμοκηπίων στην Ελλάδα είναι μικρό σε σύγκριση με άλλες χώρες με μεγάλη παραγωγή (με εξαίρεση την Πολωνία). Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Ολλανδία και η Ισπανία με περισσότερα από 20 στρέμματα ανά εκμετάλλευση κατά μέσο όρο.

Η μέση ποιότητα των παραγόμενων κηπευτικών είναι κατώτερη του αναμενόμενου με βάση τις κλιματικές και εδαφικές συνθήκες της χώρας. Σε αυτό συμβάλουν αρκετοί παράγοντες. Το επίπεδο εκπαίδευσης των παραγωγών είναι κατά μέσο όρο χαμηλό και συχνά ακολουθούνται εμπειρικοί κανόνες στις καλλιεργητικές πρακτικές. Υπάρχουν επίσης προβλήματα στις αρδεύσεις, ενώ ο έλεγχος των παρασίτων και των ασθενειών των φυτών είναι ανεπαρκής. To μέσο τεχνολογικό επίπεδο των θερμοκηπίων είναι χαμηλό, συμβάλλοντας στον ακατάλληλο έλεγχο του κλίματος και των θερμοκρασιών. Τα θερμοκήπια στην Ελλάδα είναι στην πλειονότητά τους απλού σχεδιασμού και μικρής επενδυτικής δαπάνης. Περιλαμβάνουν μεγάλου και μικρού ύψους θερμοκήπια, τα οποία, σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε μεγάλο ποσοστό (~80%) είναι μη θερμαινόμενα κάτι που επηρεάζει τις αποδόσεις τους. Τα θερμοκήπια στην Ελλάδα είναι κυρίως καλυμμένα με πλαστικό, αλλά υπάρχουν και υαλόφρακτα σε μικρό ποσοστό (~3%). Τα χαμηλού ύψους θερμοκήπια (~30% του γενικού συνόλου) χρησιμοποιούνται κυρίως για την καλλιέργεια πεπονοειδών. Υστέρηση παρουσιάζεται επίσης στην αποθήκευση και στη μεταφορά των προϊόντων, όπως και στη συσκευασία και ποιοτική βαθμονόμηση των προϊόντων κατά τη συγκομιδή και την εφαρμογή διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων πιστοποίησης, όπως το GLOBALGAP (Good Agricultural Practices, GAP), τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάθεση των κηπευτικών σε αναπτυγμένες αγορές. Γενικότερα, υφίσταται η ανάγκη για την αναβάθμιση των ελληνικών θερμοκηπίων, ώστε να αυξηθούν οι αποδόσεις και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητά τους.

Σε όρους αξίας παραγωγής νωπών κηπευτικών, σύμφωνα με τους οικονομικούς λογαριασμούς Γεωργίας, στις πρώτες θέσεις βρίσκονται οι περιφέρειες Κρήτης, Θεσσαλίας, Δυτικής Ελλάδας και Κεντρικής Μακεδονίας. Στη Στερεά Ελλάδα, η αξία παραγωγής νωπών κηπευτικών αντιπροσωπεύει αρκετά σημαντικό ποσοστό της συνολικής αξίας φυτικής παραγωγής της περιφέρειας (16%), σε αντίθεση με την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη όπου η φυτική παραγωγή επικεντρώνεται περισσότερο σε άλλους τομείς.

Παρά τις τάσεις εξειδίκευσης σε κηπευτικά που μπορεί να παρουσιάζουν οι περιφέρειες, η διαφοροποίηση στην αποδοτικότητα των καλλιεργειών κηπευτικών υπό κάλυψη ανά περιφερειακή ενότητα μπορεί να είναι σημαντική. Για παράδειγμα, στις νωπές ντομάτες υπό κάλυψη, η μέση απόδοση (τόνοι ανά στρέμμα) κυμάνθηκε το 2021 από 38,6 τόνους ανά στρέμμα στη Δράμα έως λιγότερο από έναν τόνο ανά στρέμμα στην Καστοριά. Υψηλές αποδόσεις στην παραγωγή ντομάτας θερμοκηπίου (άνω του μέσου όρου της χώρας – 11,4 τόνοι ανά στρέμμα) έχουν μεταξύ άλλων οι περιφερειακές ενότητες Χανίων, Αργολίδος και Μεσσηνίας.

Στα αγγούρια υπό κάλυψη, η μέση απόδοση (τόνοι ανά στρέμμα) κυμάνθηκε το 2021 από 26,1 τόνους ανά στρέμμα στην Αργολίδα έως λιγότερο από μισό τόνο ανά στρέμμα στη Βοιωτία. Υψηλές αποδόσεις στην παραγωγή αγγουριού θερμοκηπίου (άνω του μέσου όρου της χώρας) έχουν και οι περιφερειακές ενότητες Πέλλας, Μεσσηνίας και Αχαΐας. Στις πιπεριές υπό κάλυψη, η μέση απόδοση (τόνοι ανά στρέμμα) κυμάνθηκε το 2021 από 44,3 τόνους ανά στρέμμα στη Δράμα έως περίπου μισό τόνο ανά στρέμμα στην Πρέβεζα. Υψηλές αποδόσεις στην παραγωγή πιπεριάς θερμοκηπίου (άνω του μέσου όρου της χώρας) έχουν και οι περιφερειακές ενότητες Πέλλας, Λασιθίου και Ρεθύμνου. Οι υψηλές αποδόσεις σε καλλιέργειες θερμοκηπίου όπως η ντομάτα και οι πιπεριές που έχει η περιφερειακή ενότητα Δράμας, στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, οφείλονται στην εγκατάσταση θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας, που χρησιμοποιούν την καλλιεργητική μέθοδο της υδροπονίας.

Η διαφορά της απόδοσης των σύγχρονων υδροπονικών θερμοκηπίων ανά στρέμμα καλλιέργειας εκτιμάται ότι μπορεί να κυμαίνεται από 3 φορές (π.χ. καλλιέργειες πιπεριάς), έως 39 φορές (περίπτωση μαρουλιού και φυλλωδών λαχανικών) (Διάγραμμα 1). Συγκρίνοντας τις υφιστάμενες μέσες αποδόσεις βασικών θερμοκηπιακών καλλιεργειών στην Ελλάδα με τις αποδόσεις των υπερσύγχρονων θερμοκηπίων αναδεικνύεται η δυνητική βελτίωση της αποδοτικότητας και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής που μπορεί να επιτευχθεί από τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων και την ανάπτυξη νέων σύγχρονων θερμοκηπίων υδροπονίας στην Ελλάδα με ενδυνάμωση του εξαγωγικού τους προσανατολισμού και υποκατάσταση των εισαγωγών κηπευτικών προϊόντων.

diagramma2 ec693

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΘΓΕΕ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Μεσογείου οι επενδύσεις σε θερμοκήπια με σύγχρονο εξοπλισμό και εφαρμογή πρακτικών όπως οι εκτός εδάφους υδροπονικές καλλιέργειες δεν έχει αποτελέσει την κύρια επιλογή των παραγωγών. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το ενδιαφέρον παραγωγών και άλλων επενδυτών έχει ενισχυθεί και -με αργό ρυθμό- έχουν αυξηθεί οι εκτάσεις θερμοκηπίων που υιοθετούν τη μέθοδο της υδροπονίας. Σε αυτό έχει συμβάλει και η δημιουργία λίγων μεγάλων θερμοκηπιακών μονάδων σύγχρονης τεχνολογίας με υδροπονικές καλλιέργειες. Η επενδυτική δραστηριότητα στον τομέα της υδροπονίας στην Ελλάδα έχει ενισχυθεί και επικεντρώνεται στη δημιουργία ή/και αναβάθμιση θερμοκηπίων που χρησιμοποιούν προηγμένα συστήματα υδροπονίας. Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία -και ο εθνικός αναπτυξιακός νόμος- έχουν υποστηρίξει τις ελληνικές υδροπονικές καλλιέργειες, διευκολύνοντας τις επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής και τη μετάβαση σε πιο βιώσιμες και αποδοτικές γεωργικές πρακτικές.

Η υδροπονία στην Ελλάδα, παρά την ενισχυμένη δυναμική της, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν την περαιτέρω ανάπτυξή της. Η αρχική επένδυση για την κατασκευή υδροπονικών εγκαταστάσεων είναι ιδιαίτερα υψηλή. Απαιτείται εξοπλισμός υψηλής τεχνολογίας, όπως συστήματα ελέγχου κλίματος, φωτισμού και θρέψης, τα οποία συχνά δεν είναι οικονομικώς προσιτά, ιδιαίτερα σε μικρούς παραγωγούς. Το επενδυτικό κόστος αποτρέπει πολλούς ενδιαφερόμενους, ιδιαίτερα σε περιοχές με λιγότερο αναπτυγμένη αγροτική δραστηριότητα. Ένας πρόσθετος ανασταλτικός παράγοντας στην εξάπλωση της υδροπονίας στην Ελλάδα είναι το χαμηλό επίπεδο πληροφόρησης σχετικά με τις νέες αυτές τεχνολογίες, τόσο μεταξύ των αγροτών όσο και μεταξύ των γεωτεχνικών. Η ενημέρωση και εκπαίδευση στον τομέα αυτό είναι κρίσιμη για την περαιτέρω ανάπτυξη της υδροπονίας στη χώρα. Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει, η εξειδικευμένη κατάρτιση και εκπαίδευση παραμένουν περιορισμένες στην Ελλάδα, γεγονός που δυσχεραίνει την ευρύτερη υιοθέτηση της τεχνολογίας.

Υπολογίζεται ότι η εκτός εδάφους υδροπονική καλλιέργεια κηπευτικών-λαχανικών στην Ελλάδα καταλαμβάνει εκτάσεις που προσεγγίζουν τα 1.350 στρέμματα (Πίνακας 1), με προοπτική να ξεπεράσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τα 1.700-2.000 στρέμματα με βάση τις επεκτάσεις υφιστάμενων ή τη δημιουργία νέων θερμοκηπίων που έχουν ανακοινωθεί. Με βάση τις ανωτέρω εκτιμήσεις τα θερμοκήπια υδροπονίας καλύπτουν σήμερα περίπου 2% των εκτάσεων θερμοκηπίων και συμβάλουν στο 8% της εγχώριας θερμοκηπιακής παραγωγής κηπευτικών στην Ελλάδα. Εκτιμάται επίσης ότι η συνολική αξία παραγωγής από υδροπονικές μονάδες παραγωγής κηπευτικών διαμορφώθηκε το 2024 σε 64 εκατ. ευρώ, ενώ στον συγκεκριμένο κλάδο απασχολούνται άμεσα περισσότερα από 1.300 άτομα.

pin1 3c0fc

Η Περιφέρεια με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση υδροπονικών θερμοκηπίων είναι η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, στην οποία εκτιμάται ότι είναι εγκατεστημένο το 40% (σε έκταση) των υδροπονικών μονάδων παραγωγής κηπευτικών, δημιουργώντας σχεδόν το ήμισυ της συνολικής αξίας παραγωγής του συγκεκριμένου τομέα και περισσότερες από 520 άμεσες θέσεις εργασίας. Στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο εκτιμάται ότι είναι εγκατεστημένο το 26% και 21% αντιστοίχως των εκτάσεων θερμοκηπίων υδροπονίας κηπευτικών, με αξία παραγωγής 40% του συνόλου και απασχόληση που φτάνει περίπου το 50% του εργατικού δυναμικού του τομέα. Μικρότερη ανάπτυξη έχουν οι περιφέρειες Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος.

Η ανάπτυξη των θερμοκηπιακών καλλιεργειών αποτελεί στόχο της κυβέρνησης, με τη δημιουργία και εφαρμογή ειδικού προγράμματος για την επέκταση των θερμοκηπιακών καλλιεργειών στην επικράτεια. Συνολικά, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα έχει προϋπολογισμό 600 εκατ. ευρώ, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του ιδιωτικού τομέα και δανείων από το τραπεζικό σύστημα. Η πολιτική αυτή στηρίζεται στην αναγνώριση: α) της σημαντικής αύξησης της παραγωγικότητας και της μείωσης των αναγκών άρδευσης που συνδέονται με την ανάπτυξη των θερμοκηπίων, β) των λιγότερων εκτάσεων θερμοκηπιακών καλλιεργειών στην Ελλάδα συγκριτικά με άλλες χώρες και γ) της ανάγκης ενίσχυσης της αγροτικής παραγωγής σε συνθήκες κλιματικής κρίσης. Το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει ένα σχέδιο ανταλλαγής και αντιπαροχής αδρανών δημόσιων γαιών με στόχο την αξιοποίησή τους για αγροτική χρήση, για αναπτυξιακούς και κοινωνικούς σκοπούς, κατασκευάζοντας θερμοκήπια μεγάλης κλίμακας. Με υπουργική απόφαση στις 5 Μαρτίου 2025 καθορίστηκε το πλαίσιο εφαρμογής της παρέμβασης για τις επενδύσεις εκσυγχρονισμού και την κατασκευή θερμοκηπίων και προσπελάσιμων στεγάστρων φυτικής παραγωγής. Το εθνικό πρόγραμμα ενίσχυσης των επενδύσεων σε θερμοκήπια κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς με δεδομένες τις τρέχουσες αδυναμίες του κλάδου, επιδιώκει την τεχνολογική αναβάθμιση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων θερμοκηπίων κάθε τύπου (επί του εδάφους και εκτός εδάφους) και τη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, ώστε να αυξηθούν οι αποδόσεις και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα και η αξία που δημιουργεί ο κλάδος σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Στη μελέτη εκτιμήθηκε η συνολική –υφιστάμενη και δυνητική– συμβολή της ΘΓΕΕ στο ΑΕΠ και την απασχόληση της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη τις αλληλεπιδράσεις της ΘΓΕΕ με τους υπόλοιπους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Η συνολική δυνητική συνεισφορά της ΘΓΕΕ (κηπευτικών) στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία της ελληνικής οικονομίας (άθροισμα υφιστάμενων και νέων θερμοκηπίων υδροπονίας έκτασης 3.500 στρεμμάτων) εκτιμάται, σε 395 εκατ. ευρώ ετησίως, περιλαμβανομένων των έμμεσων και προκαλούμενων επιδράσεων. Επιπλέον, εκτιμάται ότι η ΘΓΕΕ θα μπορούσε να υποστηρίξει συνολικά 10.202 θέσεις εργασίας ετησίως (σε ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης), στην πλειονότητά τους άμεσες (5.164 θέσεις εργασίας) (Διάγραμμα 2).

diagramma1 f1cbc

Ο συνολικός πολλαπλασιαστής της προστιθέμενης αξίας των νέων θερμοκηπίων εκτιμάται σε 2,5, υποδεικνύοντας ότι για κάθε ευρώ προστιθέμενης αξίας από τη δραστηριότητα της ΘΓΕΕ μπορεί να δημιουργηθεί στην οικονομία επιπλέον 1,5 ευρώ προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, ο συνολικός πολλαπλασιαστής απασχόλησης των νέων θερμοκηπίων εκτιμάται σε 2,1, υποδηλώνοντας ότι κάθε θέση εργασίας στη ΘΓΕΕ υποστηρίζει επιπλέον 1,1 θέσεις εργασίας (πλήρους απασχόλησης) στην υπόλοιπη οικονομία. Η υλοποίηση των επενδύσεων κατασκευής των σύγχρονων θερμοκηπίων μπορεί επίσης να συνεισφέρει στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Ενδεικτικά, με βάση το εξεταζόμενο σενάριο, το οποίο υποθέτει επενδύσεις της τάξης των 875 εκατ. ευρώ σε βάθος χρόνου, με εγχώριο περιεχόμενο 31% κατά μέσο όρο (καθώς μεγάλο μέρος των εξοπλισμών εισάγεται από το εξωτερικό), εκτιμάται συνολική συνεισφορά 252 εκατ. ευρώ Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας και υποστήριξη 6.689 θέσεων εργασίας στη διάρκεια υλοποίησης των επενδύσεων.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η ανάπτυξη επιπλέον 700 στρεμμάτων σύγχρονων θερμοκηπίων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ΘΓΕΕ στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ύψους 80 εκατ. ευρώ ετησίως, περιλαμβανομένων των έμμεσων και προκαλούμενων επιδράσεων, καθώς και σε συνολικά 2.600 θέσεις εργασίας (από περίπου 830 θέσεις εργασίας που εκτιμάται ότι υποστηρίζονται άμεσα και έμμεσα σήμερα). Παρομοίως, η ανάπτυξη επιπλέον 250 στρεμμάτων σύγχρονων θερμοκηπίων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ΘΓΕΕ στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας ύψους 24 εκατ. ευρώ ετησίως, περιλαμβανομένων των έμμεσων και προκαλούμενων επιδράσεων, καθώς και σε συνολικά 580 θέσεις εργασίας (από περίπου 80 θέσεις εργασίας που εκτιμάται ότι υποστηρίζονται άμεσα και έμμεσα σήμερα).

Η ανάπτυξη της υδροπονίας στην Ελλάδα ενισχύεται μέσω συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και του ιδιωτικού τομέα. Αυτές οι συνεργασίες προάγουν την ανταλλαγή γνώσεων και τεχνογνωσίας, διευκολύνοντας την υιοθέτηση καινοτόμων πρακτικών από τους παραγωγούς. Η συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα και προγράμματα επιτρέπει την πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογίες και μεθόδους, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού αγροτικού τομέα. Επιπλέον, μέσω πανεπιστημιακών προγραμμάτων, ερευνητικών έργων και συνεργασιών, οι νέοι γεωπόνοι και παραγωγοί εξοπλίζονται με τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της σύγχρονης γεωργίας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη και ενίσχυση του αγροτικού τομέα της χώρας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η ανάπτυξη του κλάδου ΘΓΕΕ και ευρύτερα των σύγχρονων θερμοκηπίων στην Ελλάδα, σε διάφορες καλλιέργειες, θα συνεισφέρει ουσιαστικά στη δραστική βελτίωση της μέσης αποδοτικότητας της εγχώριας παραγωγής κηπευτικών-λαχανικών, καθώς και στην ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας και των θέσεων εργασίας στην ελληνική οικονομία –ιδίως σε περιφερειακό επίπεδο, όπως ενδεικτικά εκτιμήθηκε για τις Περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και Στερεάς Ελλάδας. Τα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικά, όπως, ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες, υψηλή ηλιοφάνεια και ύπαρξη γεωθερμικών πεδίων στην ελληνική επικράτεια.

Η ανταγωνιστική και ποιοτική ελληνική παραγωγή από τη ΘΓΕΕ και άλλες τεχνολογικά αναβαθμισμένες θερμοκηπιακές μονάδες θα μπορέσει να ικανοποιήσει τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς κηπευτικών-λαχανικών που σε αυξανόμενο βαθμό καλύπτονται από εισαγωγές, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές πιστοποιημένων ποιοτικών προϊόντων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα βοηθήσουν στον περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος της ΕΕ έναντι τρίτων χωρών, το οποίο έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Πρόσθετα οφέλη για την ελληνική οικονομία μπορούν να προέλθουν από την υλοποίηση επενδύσεων στην ανάπτυξη της ΘΓΕΕ και άλλων σύγχρονων εγκαταστάσεων θερμοκηπίων, με την αξιοποίηση της εγχώριας βιομηχανίας μεταλλικών κατασκευών, παραγωγής πλαστικών, ανάπτυξης λογισμικού & συστημάτων διαχείρισης θρέψης και κλίματος σύγχρονων θερμοκηπιακών μονάδων, αλλά και κατασκευής γενικότερου θερμοκηπιακού εξοπλισμού.

Οι διατροφικές ανάγκες του –συνεχώς αυξανόμενου– πληθυσμού της γης είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν χωρίς την ευρεία εφαρμογή των επιστημονικών και τεχνολογικών ανακαλύψεων της ψηφιακής εποχής μας. Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται εξαιτίας των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής στον πρωτογενή τομέα γεωργικής παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό έχουν εντατικοποιηθεί οι προσπάθειες της παγκόσμιας ερευνητικής και εταιρικής τεχνολογικής κοινότητας για έρευνα και ανάπτυξη (R&D) με στόχο την ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής.

Η ευρεία εφαρμογή των νέων ψηφιακών τεχνολογιών στην υπό κάλυψη γεωργία, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται ακόμα σε ερευνητικό στάδιο, έχει μετατρέψει τις επενδύσεις στη ΘΓΕΕ σε εντάσεως κεφαλαίου και γνώσης. Ωστόσο, οι τεχνολογίες της ψηφιακής εποχής βρίσκονται ακόμα στο αρχικό στάδιο εφαρμογής τους στη ΘΓΕΕ, με συνέπεια το υψηλό κόστος απόκτησής τους. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με εγγενείς κινδύνους που συνδέονται με την πρωτογενή παραγωγή (π.χ. κίνδυνοι τιμών ή απώλειας παραγωγής), δημιουργεί εμπόδια στην ανάπτυξη και χρηματοδότηση σχετικών επενδύσεων. Στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του κλάδου τα θετικά αποτελέσματα των επενδύσεων στη ΘΓΕΕ, όπως η υψηλή παραγωγικότητα, η προστασία του περιβάλλοντος, η ποιότητα και ασφάλεια των παραγόμενων προϊόντων και η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, μπορεί να επιτευχθούν με συντονισμένη υποστήριξη και από δημόσιους πόρους, οι οποίοι θα καλύπτουν τα «κενά» χρηματοδότησης που προκύπτουν.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να περάσει από την εμβρυακή μορφή του κλάδου της ΘΓΕΕ στη ψηφιακή εποχή με συγκεκριμένο εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό, ο οποίος συμπληρωματικά με τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων θερμοκηπίων θα λαμβάνει υπόψη την ανάγκη διαφοροποίησης των μεθόδων καλλιέργειας εν μέσω της κλιματικής κρίσης και στο πλαίσιο αυτό θα αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο της υδροπονίας με βάση τα πλεονεκτήματα που αυτή προσφέρει, ώστε να συμβάλει στην ανθεκτικότητα του γεωργικού συστήματος, ιδίως στην παραγωγή κηπευτικών και άλλων καλλιεργειών που μπορεί να αναπτυχθούν σε θερμοκήπια –με εξασφάλιση της γεωγραφικής διασποράς των μονάδων σε κατάλληλες περιοχές σε όλη την επικράτεια και της ειδικής εκπαίδευσης και κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού.

Η υποστήριξη της δημιουργίας μιας κρίσιμης μάζας μονάδων ΘΓΕΕ θα επιφέρει σταδιακά μείωση του αρχικού κόστους της επένδυσης, καθιστώντας την βιώσιμη και ελκυστική για τους νέους αγρότες και άλλους επενδυτές. Η ευρεία εφαρμογή τεχνολογιών αιχμής, όπως αυτές για τη θρέψη των φυτών και τη φυτοπροστασία, θα οδηγήσει εκτός από τη μείωση του κόστους ίδρυσης μονάδων ΘΓΕΕ και στη βελτιστοποίηση της αξιοπιστίας των προϊόντων τους.

Για το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή των γεωργικών καλλιεργειών απαιτείται σχεδιασμός που θα περιλαμβάνει την κρατική οικονομική υποστήριξη των επενδύσεων στη ΘΓΕΕ για την κατασκευή νέων θερμοκηπιακών μονάδων υψηλής τεχνολογίας και για βελτιώσεις υφιστάμενων μονάδων. Η μέγιστη δυνατή ενίσχυση (500 χιλ. ευρώ) που προβλέπει το τρέχον πρόγραμμα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των θερμοκηπίων κατά πάσα πιθανότητα δεν επαρκεί για να κινητοποιήσει την τεχνολογική αναβάθμιση ή την κατασκευή νέων θερμοκηπίων υψηλής απόδοσης και μεγαλύτερης κλίμακας (π.χ. 20 έως 40 στρέμματα), με δεδομένο το κόστος κατασκευής ενός σύγχρονου, υψηλής τεχνολογίας, θερμοκηπίου. Η άρση του περιορισμού αυτού θα επέτρεπε την επίτευξη οικονομιών κλίμακος και την ανάπτυξη της εγχώριας θερμοκηπιακής παραγωγής με σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό.

Στην ανάπτυξη της ΘΓΕΕ στην Ελλάδα θα μπορούσαν επιπλέον να συμβάλλουν τα εξής:

• Χρηματοδότηση. Αξιοποίηση πόρων και μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου για την παροχή επιχορηγήσεων άνω του ορίου των 500 χιλ. ευρώ, με τήρηση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις (δημιουργία σχήματος κρατικής ενίσχυσης) και επιβολή ανώτατου ορίου ποσοστού ενίσχυσης (π.χ. 50%) και επιλέξιμης δαπάνης επένδυσης (π.χ. έως 10 εκατ. ευρώ).

• Παροχή και διαχείριση ενέργειας. Η ΘΓΕΕ αποτελεί μια παραγωγική διαδικασία με υψηλή ένταση ενέργειας, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες της σε θέρμανση, ψύξη και τεχνητό φωτισμό. Είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται αφενός η σύνδεση αυτών των μονάδων της πρωτογενούς παραγωγής στο ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας κατά προτεραιότητα έναντι άλλων αιτημάτων και αφετέρου η σύναψη συμβάσεων ενεργειακού και εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού (Net Metering & Virtual Net Metering) των μονάδων ΑΠΕ των θερμοκηπίων που αποσκοπούν στην αυτοκατανάλωση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Συναφώς, απαραίτητη είναι και η αξιοποίηση των γεωθερμικών πεδίων της χώρας για την ανάπτυξη σύγχρονων θερμοκηπίων με χαμηλότερες ενεργειακές δαπάνες.

• Ανθρώπινο δυναμικό. Σήμερα η έλλειψη καταρτισμένων γεωπόνων και τεχνικών στη ΘΓΕΕ αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα αυτών των επενδύσεων και αποτρεπτικό παράγοντα για τους νέους επενδυτές. Η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού στο αρχικό στάδιο της λειτουργίας των μονάδων ΘΓΕΕ δημιουργεί επίσης κινδύνους μεγάλων οικονομικών ζημιών. Απαιτείται συνεπώς η ενίσχυση των διασυνδέσεων των Γεωπονικών σχολών με τις επιχειρήσεις ΘΓΕΕ για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και για την εισαγωγή καινοτομιών στις παραγωγικές διαδικασίες τους.