Η δομή της συμφωνίας αντανακλά τους περιορισμούς που επιβάλλουν ζητήματα εθνικής ασφάλειας και κανονιστικής εποπτείας, καθώς η λεγόμενη «χρυσή μετοχή» του ισραηλινού κράτους δεν επιτρέπει πλήρη ξένο επιχειρησιακό έλεγχο και οδηγεί σε λειτουργικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, τα παγκόσμια δρομολόγια, το εμπορικό σήμα, η πελατειακή βάση και ο μισθωμένος στόλος της ZIM εντάσσονται στη Hapag-Lloyd, ενώ τα πλοία που συνδέονται με εθνικές ανάγκες, η έδρα και οι εγχώριες δραστηριότητες παραμένουν υπό ισραηλινό έλεγχο, με συμμετοχή του επενδυτικού σχήματος FIMI Opportunity Funds.
Η διάρθρωση αυτή αποτυπώνει την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στη διεθνή επιχειρηματική ενοποίηση και στη διατήρηση κρίσιμων ναυτιλιακών δυνατοτήτων σε εθνικό επίπεδο.
Η πορεία προς τη συμφωνία ήταν δύσκολη και οι σχετικές διαπραγματεύσεις διήρκησαν έξι μήνες, συνοδεύτηκε δε από αντιδράσεις εργαζομένων, οι οποίοι εξέφρασαν ανησυχίες για την προστασία θέσεων εργασίας και τη συνέχεια των δραστηριοτήτων στο Ισραήλ.
Παράλληλα, η δημιουργία διακριτού «εθνικού σκέλους» της εταιρείας αποσκοπεί στη διασφάλιση της απρόσκοπτης ναυτιλιακής σύνδεσης της χώρας με βασικές αγορές και στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς της χρυσής μετοχής, το οποίο συνδέεται και με ανάγκες εφοδιαστικής επάρκειας σε περιόδους κρίσης.
Η εξέλιξη αναμένεται να επηρεάσει τον ανταγωνισμό στις διεθνείς γραμμές εμπορευματοκιβωτίων, ενισχύοντας τη θέση της Hapag-Lloyd σε βασικά εμπορικά δίκτυα, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι η παγκοσμιοποίηση της ναυτιλίας συνυπάρχει πλέον με αυξημένες κρατικές παρεμβάσεις και γεωπολιτικούς περιορισμούς σε στρατηγικούς τομείς των θαλάσσιων μεταφορών.



