Η αγοραστική δύναμη των Ιταλών αντιστοιχεί στο 100% της αγοραστικής δύναμης του μέσου Ευρωπαίου, ενώ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσον όρο βρίσκονται οι Ισπανοί (104%), οι Γάλλοι (107%) και οι Κύπριοι (95%). Η αγοραστική ισχύς των Πορτογάλων, των Μαλτέζων, των Τσέχων, των Σλοβάκων και των Σλοβένων βρίσκεται μεταξύ 70% και 90% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Κάτω από το 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου βρίσκεται η αγοραστική δύναμη των Εσθονών, των Ούγγρων, των Λιθουανών και των Πολωνών. Η αγοραστική δύναμη των Ρουμάνων αντιστοιχεί στο 46% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και των Βούλγαρων στο 40%.
Αντιθέτως, οι Λουξεμβούργιοι έχουν τη μεγαλύτερη αγοραστική ικανότητα στην «ΕΕ των 27», η οποία αναλογεί στο 253% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ακολουθούν οι Ιρλανδοί (140%) και οι Ολλανδοί (135%). Επίσης, η αγοραστική ισχύς των Αυστριακών, των Σουηδών, των Δανών, των Αγγλων, των Φινλανδών, των Γερμανών και των Βέλγων αναλογεί σε ποσοστό μεταξύ 110% και 130% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Τέλος, η αγοραστική δύναμη των Τούρκων αντιστοιχεί στο 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, των Σκοπιανών στο 32%, των Σέρβων στο 37% και των Αλβανών στο 25%.
Στο 95% της αγοραστικής δύναμης του μέσου Ευρωπαίου αναλογούσε η αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Εurostat, σχετικά με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν ανά κάτοικο και εκπεφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ).



