Τα ψέματα
Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, Γουόρεν Μπάφετ, μέτοχος της Moody’s δικαιολόγησε πριν από λίγες ημέρες τις αστοχίες αυτές, λέγοντας ότι η εταιρεία έπεσε έξω, όπως και 300 εκατομμύρια ακόμη Αμερικανοί. Αν οι προβλέψεις της όμως έχουν τόση βαρύτητα, όση και οι προβλέψεις των υπολοίπων εξ ημών, τότε εγείρεται το ερώτημα γιατί τα κράτη και οι επιχειρήσεις πληρώνουν τη Moody’s για να αξιολογεί τους τίτλους τους.
Οι εκβιασμοί
Κατ’ ορισμένους, τα λάθη του παρελθόντος έχουν προκαλέσει υπερευαισθησία στους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι δεν διστάζουν πλέον να υποβαθμίζουν ακαριαία τίτλους κρατών και επιχειρήσεων για τους οποίους υπάρχει και η παραμικρή αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν το χρέος τους. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο αθώα. Όπως έχει αποκαλύψει ήδη από το 2004, ο Άλεκ Κλάιν, δημοσιογράφος της έγκριτης εφημερίδας Washington Post, οι αξιολογήσεις της Moody’s αποτελούν συχνά μέσο πίεσης, προκειμένου να αποκομίσει χρήματα. Το ρεπορτάζ του Κλάιν ήταν τόσο συγκλονιστικό, ώστε προτάθηκε για βραβείο Πούλιτζερ.
Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση εκβιασμού που αναφέρεται, είναι αυτή της Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας Hannover Re, η οποία αρνήθηκε να πληρώσει τη Moody’s για να την αξιολογήσει, αφού πλήρωνε ήδη τις άλλες δύο εταιρείες αξιολόγησης και τα στελέχη της θεωρούσαν ότι δεν χρειαζόταν και τρίτο «αξιολογητή». Τότε, η Moody’s άρχισε να αξιολογεί «δωρεάν» τη Hannover Re. Στην αρχή, της έδινε άριστη βαθμολογία. Όσο όμως η εταιρεία αρνείτο να πληρώσει, η βαθμολογία μειωνόταν. Κάποια στιγμή και χωρίς ουσιαστικό λόγο, η Moody’s υποβάθμισε σε σκουπίδι την εταιρεία, γεγονός που είχε ολέθριες επιδράσεις στη μετοχή της, παρότι οι άλλοι δύο οίκοι συνέχιζαν να την αξιολογούν με Α. Ο Κλάιν υπαινίσσεται ότι το ίδιο συνέβη και με ολόκληρα κράτη, όπως ο Καναδάς, το χρέος του οποίου υποβάθμισε η Moody’s το 1995.
Οι αξιολογήσεις
Το ασυμβίβαστο στο καθεστώς λειτουργίας των οίκων αξιολόγησης είναι κάτι παραπάνω από εμφανές: όταν πληρώνεσαι από αυτούς που αξιολογείς, έχεις κίνητρο να υπηρετείς τα συμφέροντά τους και όχι τα συμφέροντα της επενδυτικής κοινότητας, την οποία υποτίθεται ενημερώνεις. Εξ ου και όσοι πλήρωναν, διασφάλιζαν υψηλή βαθμολογία από τη Moody’s, ενώ πολλοί από εκείνους που δεν πλήρωναν δέχονταν έμμεσους εκβιασμούς. Η οικονομική κρίση όμως έδειξε ότι τα κράτη δεν είναι διατεθειμένα να ανέχονται άλλο τα τερτίπια των οίκων. Τόσο η Ε.Ε όσο και οι ΗΠΑ εμφανίζονται αποφασισμένες να αλλάξουν το νομικό καθεστώς που διέπει τους οίκους αξιολόγησης, καθώς και τους κανόνες λειτουργίας τους. Εξάλλου, οι επενδυτές ήδη προηγούνται, έχοντας άρει την εμπιστοσύνη τους προς τη Moody’s. H πορεία της μετοχής της εταιρείας είναι ενδεικτική. Τον Απρίλιο του 2007, λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, είχε ξεπεράσει τα 73 δολάρια. Σήμερα, κινείται κάτω από τα 20. Όσοι επένδυσαν στους «φωστήρες» αναλυτές της εταιρείας, είδαν την αξία του χαρτοφυλακίου τους να εξανεμίζεται, όπως εκείνοι που κατέχουν σήμερα τα υποβαθμισμένα ελληνικά ομόλογα. Ίσως ήλθε η ώρα να αξιολογηθεί και η Moody’s με βαθμολογία “junk”.