Ειδικότερα για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το 2010 η ύφεση θα διαμορφωθεί στο -4,2% του ΑΕΠ (έναντι ανάπτυξης 1,7% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 1,8% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27») και το 2011 η ύφεση θα μειωθεί στο 3% του ΑΕΠ (έναντι ανάπτυξης 1,5% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 1,7% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27»). Το 2012 η Επιτροπή εκτιμά ότι θα επανέλθει στην Ελλάδα θα επανέλθει η ανάπτυξη της τάξεως του 1,1% του ΑΕΠ (έναντι 1,8% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 2% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27»).
Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό έλλειμμα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής θα διαμορφωθεί στο 9,6% του ΑΕΠ το 2010 (έναντι 6,3% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 6,8% στην ΕΕ των «27») για να μειωθεί στο 7,4% του ΑΕΠ το 2011 (4,6% στην ευρωζώνη και 5,1% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27») και θα σημειώσει περαιτέρω μείωση το 2012 στο 7,6% του ΑΕΠ (3,9% του ΑΕΠ τόσο στην ευρωζώνη και 4,2% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27»).
Εξάλλου, το ελληνικό δημόσιο χρέος από 140,2% του ΑΕΠ το 2010 (έναντι 84,1% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 79,1% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27») θα αυξηθεί στο 150,2% του ΑΕΠ το 2011 (έναντι 86,5% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 81,8% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27») και στο 156% του ΑΕΠ το 2012 (έναντι 87,8% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και 83,3% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27»).
Σε ό,τι αφορά την ανεργία στην Ελλάδα, η Επιτροπή προβλέπει ότι θα κλείσει στο 12,5% το 2010 (έναντι 10,1% στην ευρωζώνη και 9,6% στην ΕΕ των «27»), θα αυξηθεί στο 15% το 2011 (έναντι 10% στην ευρωζώνη και 9,5% στην ΕΕ των «27») και στο 15,2% το 2012 (έναντι 9,6% στην ευρωζώνη και 9,1% στην ΕΕ των «27»).
Τέλος, η Επιτροπή προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα από 4,6% το 2010 (έναντι 1,5% στην ευρωζώνη και 2% στην ΕΕ των «27») θα μειωθεί στο 2,2% το 2011 (έναντι 1,8% στην ευρωζώνη και 2,1% στην ΕΕ των «27») για να σημειώσει περαιτέρω μείωση στο 0,5% το 2012 (έναντι 1,7% στην ευρωζώνη και 1,8% στην ΕΕ των «27»).
Σημειώνεται, ότι για το 2012 οι εκτιμήσεις της Επιτροπής βασίζονται στην υπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.
Έως το 2024 η πληρωμή των δανείων με επιτόκιο 5,8%
(upd 4) Ανοίγει και επίσημα για την Ελλάδα ο δρόμος για την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου από το μηχανισμό στήριξης (ύψους 110 δισ. ευρώ), όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις του προέδρου του Eurogroup Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, μετά τη συνεδρίαση για την έγκριση της διάσωσης της Ιρλανδίας. Την απόφαση επιβεβαιώνει και ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου.
Ο Ζ. Κλ. Γιούνκερ έκανε αναφορά στην Ελλάδα και στην ανάγκη εναρμόνισης της αποπληρωμής της βοήθειας των 110 δισ. ευρώ με αυτό της Ιρλανδίας.
Από την πλευρά του ο Επίτροπος Όλι Ρεν απαντώντας σε ερωτήσεις στη συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες δήλωσε ότι η εναρμόνιση της αποπληρωμής του χρέους της Ελλάδας με αυτό της Ιρλανδίας θα «σκοτώσει οποιαδήποτε αμφιβολία για την ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει το χρέος της».
Σύμφωνα με το σχέδιο της τρόικα, αλλά και σύμφωνα με όσα αποφασίστηκαν χθες κατά τη σύνοδο του Eurogroup δίνεται ανάσα αποπληρωμής για την Ελλάδα έως το 2021, ενώ το επιτόκιο αποπληρωμής από 5,2% που κυμαίνεται σήμερα κατά μέσο όρο θα αυξηθεί στο 5,8%.
Σε σημερινές του δηλώσεις ο υπουργός Οικονομικών επιβεβαιώνει την επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανείων έως το 2024, με αύξηση του επιτοκίου στο 5,8%, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για μια απόφαση που θα «ανοίξει νωρίτερα τις αγορές για την Ελλάδα». Ωστόσο, ο κ. Παπακωνσταντίνου τονίζει ότι η επιμήκυνση των δανείων δεν σημαίνει και επιμήκυνση του Μνημονίου.
Tη Δευτέρα ο επικεφαλής του Eurogroup δήλωσε σε Έλληνες δημοσιογράφους, στο περιθώριο της 3ης Συνόδου Κορυφής Αφρικής-ΕΕ, πως είναι σίγουρος ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει. «Είστε ένας λαός έξυπνος που ξέρετε ότι μπορείτε, παρά τις δυσκολίες που σήμερα αντιμετωπίζετε, να τα καταφέρετε», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο κ. Γιούνκερ χαρακτήρισε δύσκολη τη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup και αναφερθείς στις αποφάσεις που ελήφθησαν, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι "έπρεπε να προχωρήσουμε" και ότι "δεν μπορούσαμε να περιμένουμε".
Ως ένα σημαντικό βήμα για την εξομάλυνση των δυσκολιών χαρακτηρίζει τη δυνατότητα επιμήκυνσης της αποπληρωμής του δανείου από την Τρόικα ο Υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνουμιλώντας το μεσημέρι στο συνέδριο του ελληνοαμερικανικού επιμελητηρίου. Εκφράζει, παράλληλα, την πεποίθηση πως η χθεσινή απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομίας του Eurogroup θα βοηθήσει να ανοίξουν οι διεθνείς αγορές για τη χώρα μας.
"Χθες έγινε ένα σημαντικό βήμα", είπε ο κ. Παπακωνσταντίνου. "Η χώρα μας πέτυχε να εξετάσει το Eurogroup την εναρμόνιση του δανειακού προγράμματος της χώρας με αυτό της Ιρλανδίας, δηλαδή τη δυνατότητα επιμήκυνσης της αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ. Από την τρόικα. Η απόφαση αυτή επιβραβεύει την προσπάθεια, δίνει ανάσα στη χώρα μας και δίνει σήμα βιωσιμότητας στις διεθνείς αγορές". Ο υπουργός Οικονομικών επεσήμανε ότι στις συζητήσεις που γίνονταν όλο αυτό το διάστημα οι παράγοντες των διεθνών αγορών, τόνιζαν ότι η χώρα μας πρέπει να ελέγξει το χρέος, να θέσει σε κίνηση την αναπτυξιακή διαδικασία αλλά σε κάθε περίπτωση στο τέλος θα είχε μια δύσκολη διετία, με υψηλές δανειακές ανάγκες. "Με το χθεσινό βήμα εξομαλύνεται η δύσκολη περίοδος", είπε ο υπουργός.
Ο κ.Παπακωνσταντίνου ανέφερε ότι προϋπόθεση για να υπάρξει ανάπτυξη είναι να υπάρχει χρηματοδότηση, δηλαδή να ανοίξουν οι διεθνείς αγορές για τη χώρα μας και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να μειώσουμε το έλλειμμα και το χρέος. Η προσπάθεια για μείωση του ελλείμματος και του χρέους είναι αναπτυξιακή προσπάθεια, είπε χαρακτηριστικά και επεσήμανε ότι παρά τα βήματα που έχουν γίνει, έχουμε ακόμη να κάνουμε πάρα πολλά πράγματα. Τα βήματα απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, η προετοιμασία των αποκρατικοποιήσεων, η ολοκλήρωση των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις είναι ορισμένα από τα πράγματα που πρέπει να γίνουν ως το τέλος του χρόνου για να είναι θετική η αξιολόγηση του Φεβρουαρίου.
Ο κ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε πάντως αισιόδοξος, "γιατί έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε και έχουμε το πολιτικό θάρρος να κάνουμε αλλαγές που χρόνιζαν επί δεκαετίες, χωρίς να υπολογίζουμε το πολιτικό κόστος, συγκρουόμενοι εκεί που πρέπει και χτίζοντας συναινέσεις αλλού". Οι πολίτες, κατέληξε, εξακολουθούν να στηρίζουν την προσπάθεια γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτό που επιχειρείται είναι μονόδρομος για την αξιοπιστία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.