Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μπορεί να θεσμοθετηθεί είτε με την μορφή ενός αρνητικού φόρου εισοδήματος, είτε με την μορφή ενός κοινωνικού μερίσματος.
Εφόσον η κυβέρνηση επιλέξει τη χορήγηση του μέσα από την διαδικασία του αρνητικού φόρου εισοδήματος, θα πρέπει ταυτόχρονα να προχωρήσει και στην αναδιάρθρωση της φορολογίας εισοδήματος των φυσικών προσώπων, στην διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλά και στην υποχρεωτική καταγραφή στη φορολογική δήλωση όλων ανεξαρτήτως των εισοδημάτων του ατόμου, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης.
Έτσι, θα καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των πραγματικών δικαιούχων, που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήματος.
Εάν η χορήγηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος γίνει με την μορή ενός κοινωνικού μερίσματος, τότε θα πρέπει να υπάρξει ακριβής στόχευση των δικαιούχων, ώστε να αποφευχθούν περιπτώσεις πολιτών που πραγματικά το δικαιούνται η από την άλλη να μην εντάσσονται στο θεσμό άτομα που πραγματικά δεν το έχουν ανάγκη.
Σε αυτή την περίπτωση το ΚΕΠΕ προτείνει την εισαγωγή ενός γενικού αριθμού μητρώου κοινωνικής ασφάλισης, μέσα στο οποίο θα καταγράφονται όλες οι σχετικές πληροφορίες των ατόμων, γεγονός το οποίο αναμένεται να βοηθήσει στον έλεγχο και τον εντοπισμό των παργματικά δικαιούχων.
Τέλος, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, στην χρηματοδότηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το οποίο σε πρώτη φάση θα είναι χαμηλό βάσει των περιορισμένων οικονομικά δυνατοτήτων της χώρας, θα μπορούσε να συμβάλλει ο περιορισμός των εκτεταμένων φορολογικών δαπανών και προνομίων,τνω φόρων υπέρ τρίτων και των αυτόνομων τρόπων ευνοικής φορολόγησης μεγάλων πηγών εισοδήματος.
Επίσης, τα επιδόματα, που βρίσκονται κάτω από το επίπεδο του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος θα μπορούσαν να απορροφηθούν από αυτό. Με αυτόν τον τρόπο θα απλοποιούνταν τόσο το φορολογικό σύστημα όσο και το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας με αποτέλεσμα τον περιορισμό του δαιχιεριστικού κόστους.



