• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Στουρνάρας: Τα εμπόδια στην αύξηση των επενδύσεων - Το 75% χρηματοδοτείται με ίδια κεφάλαια
08:23 - 29 Σεπ 2025

Στουρνάρας: Τα εμπόδια στην αύξηση των επενδύσεων - Το 75% χρηματοδοτείται με ίδια κεφάλαια

Καμπανάκι για σειρά ζητημάτων που απασχολούν την ελληνική οικονομία, όπως τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και τις περιφερειακές ανισότητες έκρουσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.

“Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος χρηματοδότησης και δυσκολίες στην πρόσβαση σε τραπεζική πίστη” τόνισε ο κ Στουρνάρας και πρόσθεσε ότι, “το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην εξωτερική χρηματοδότησή τους παραμένει σημαντικά υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ.

Ως αποτέλεσμα, το 75% των επενδύσεων χρηματοδοτείται με ίδια κεφάλαια – ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο” είπε ο Διοικητής παραπέμποντας σε πρόσφατη έρευνα του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος, που λέει ότι μόνο το 1,3% των επενδυτικών κεφαλαίων των επιχειρήσεων την τελευταία διετία προήλθε από φορολογικά κίνητρα και μόλις το 11,5% από τραπεζικό δανεισμό, ενώ οι μισές δεν αξιοποίησαν κανένα κρατικό πρόγραμμα. Επιπλέον, μόλις 3 στις 10 επιχειρήσεις αξιοποίησαν τον Αναπτυξιακό Νόμο, με το 74% αυτών να αναφέρει γραφειοκρατία και καθυστερήσεις.”

Εναλλακτική χρηματοδότηση

“Αυτή η εξάρτηση από ίδιους πόρους επιβαρύνει την επενδυτική δυναμική, περιορίζει την κλίμακα των έργων και αναδεικνύει την ανάγκη για ενίσχυση εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης, ιδίως μέσω κεφαλαιαγορών και στοχευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων” τόνισε ο κ. Στουρνάρας.

Όπως ανέφερε, “οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά και στηρίζουν την οικονομική ανάκαμψη. Η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης φθάνει μεταπανδημικά κατά μέσο όρο τις 1,6 ποσοστιαίες μονάδες (ποσ. μον.), έναντι μόλις 0,3 ποσ. μον. στην ευρωζώνη. Παραμένει όμως σημαντικό το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα σε σχέση με την ευρωζώνη, αφού, παρά την έντονη αύξησή τους, οι επενδύσεις στην Ελλάδα το 2025 αναμένεται να διαμορφωθούν κοντά στο 16% του ΑΕΠ έναντι περίπου 21% στην ευρωζώνη.”

Παράλληλα, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι “παρά τις προσπάθειές τους να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής μετάβασης, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ σε αρκετούς τομείς. Ενδεικτικά, μόνο το 1/3 των ελληνικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι επενδύει στην ενεργειακή απόδοση (έναντι 50% στην ΕΕ), γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης του επενδυτικού προσανατολισμού προς τη βιωσιμότητα.

Παράλληλα, η χρήση ψηφιακών τεχνολογιών παραμένει περιορισμένη,[53% έναντι 74% στην ΕΕ] με αξιοσημείωτη υστέρηση σε κρίσιμους τομείς όπως το διαδίκτυο των πραγμάτων (Internet of Things, IoT), τα μεγάλα δεδομένα (big data) και η τεχνητή νοημοσύνη. Επιπλέον, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος, από τις επιχειρήσεις που πραγματοποίησαν επενδύσεις την περασμένη διετία, μόνο οι μεγαλύτερες στράφηκαν στην καινοτομία και τις εξαγωγές.[ΣΒΕ (2025), Έρευνα για τις Επενδύσεις και τη Μεταποίηση, Απρίλιος-Μάιος.]. Αντίθετα, οι μικρότερες επιχειρήσεις δίνουν προτεραιότητα σε πιο άμεσες ανάγκες και στη μείωση του λειτουργικού κόστους.

Οι αδυναμίες αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη στοχευμένων παρεμβάσεων, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας τονίζοντας ότι θα πρέπει να αρθούν τα εμπόδια και να αξιοποιηθεί πλήρως το αναπτυξιακό δυναμικό, ειδικά, της Βόρειας Ελλάδας.

Όπως σημείωσε, “ο περιορισμός του ενεργειακού κόστους και η μετάβαση στην πράσινη οικονομία είναι καθοριστικοί παράγοντες για την ανταγωνιστικότητα, ιδίως σε ενεργοβόρους κλάδους.”

Η συνεισφορά της Βορείου Ελλάδος στην ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας

Παράλληλα σημείωσε ότι “η Βόρεια Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της εθνικής οικονομίας, συνεισφέροντας πάνω από το 1/5 του ΑΕΠ της χώρας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2023, οι περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας παρήγαγαν το 21% του ελληνικού ΑΕΠ. Ξεχωρίζει η Κεντρική Μακεδονία, η οποία συνεισέφερε το 14% του ΑΕΠ και είναι η περιφέρεια με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά την Αττική. Αν και ο ρυθμός αύξησης της προστιθέμενης αξίας στη Βόρεια Ελλάδα συνολικά (1,9%) ήταν οριακά χαμηλότερος από τον εθνικό μέσο όρο (2,2%), κάποιες περιφέρειες, όπως η Δυτική Μακεδονία και η Ήπειρος, ξεπέρασαν το 3%.

Η Βόρεια Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική επιχειρηματική κινητικότητα, με υψηλή συγκέντρωση νέων επιχειρήσεων. Την περίοδο 2021-24, το 25% των νέων επιχειρήσεων που ιδρύθηκαν στη χώρα εδρεύει στη Βόρεια Ελλάδα – το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά την Αττική (39%). Στον τομέα της μεταποίησης, η περιοχή συγκεντρώνει το 26% των νέων επιχειρήσεων (έναντι 40% στην Αττική), στοιχείο που αναδεικνύει την παραγωγική δυναμική της.

Οι εξαγωγές των περιφερειών της Βόρειας Ελλάδας ενισχύθηκαν σημαντικά και συμβάλλουν καθοριστικά στην εξωστρέφεια της οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτη του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ),[1] την περίοδο 2017-21 καταγράφηκε έντονη αύξηση των εξαγωγών σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας. Μεγάλο μέρος των εξαγωγών κατευθύνεται στη Δυτική Ευρώπη και σε γειτονικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, η Τουρκία και η Αλβανία. Ξεχωρίζει η Κεντρική Μακεδονία, η οποία κατέχει τη δεύτερη θέση μεταξύ των ελληνικών περιφερειών ως προς το μερίδιο εξαγωγών (16% του συνόλου της χώρας), με τις εξαγωγές της να αντιστοιχούν στο 25% του περιφερειακού ΑΕΠ. Οι εξαγωγές της Βόρειας Ελλάδας αφορούν κυρίως τρόφιμα, πετρελαιοειδή, χημικά και πλαστικά, μηχανήματα, προϊόντα κλωστοϋφαντουργίας, μέταλλα και μη μεταλλικά ορυκτά. Η σύνθεση αυτή καταδεικνύει το στρατηγικό ρόλο της περιοχής στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις διεθνείς αγορές.

Παράλληλα, η επιχειρηματικότητα ενισχύεται με γοργούς ρυθμούς στην περιοχή. Η Θεσσαλονίκη έχει εξελιχθεί σε ένα από τα ισχυρότερα και πιο δυναμικά οικοσυστήματα νεοφυών επιχειρήσεων στη χώρα, καταγράφοντας άνοδο 31 θέσεων στις πιο πρόσφατες κατατάξεις του παγκόσμιου Δείκτη Οικοσυστήματος StartupBlink, και είναι η δεύτερη πόλη μετά την Αθήνα ως προς τη συγκέντρωση νεοφυών επιχειρήσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της.

Η γεωγραφική θέση της Βόρειας Ελλάδας αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για εμπορική διασύνδεση με τα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Η εγγύτητα με τις ανατολικές αγορές, οι εμπορικές ροές προς τα Δυτικά Βαλκάνια και οι υφιστάμενες υποδομές καθιστούν τη Βόρεια Ελλάδα πύλη εισόδου και διαμετακόμισης, με δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης σε logistics, ενέργεια και μεταποίηση.

Η επικείμενη ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026 δημιουργεί νέες αναπτυξιακές δυνατότητες για τη Βόρεια Ελλάδα. Αναμένεται να ενισχύσει τη σταθερότητα, να περιορίσει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, να διευκολύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών και να καταστήσει πιο προβλέψιμο και ευνοϊκό το επενδυτικό περιβάλλον για τις ελληνικές επιχειρήσεις, διανοίγοντας ευκαιρίες σε τομείς όπως η βιομηχανία, οι υπηρεσίες και η αγροδιατροφή. Οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις μπορούν να οργανώνουν πιο αποτελεσματικά τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες και να αξιοποιούν συνεργασίες χωρίς νομισματικά εμπόδια. Παράλληλα, η αυξημένη κινητικότητα εργατικού δυναμικού, φοιτητών και τουριστών θα ενισχύσει τη δυναμική των τοπικών αγορών. Συνολικά, η ένταξη της Βουλγαρίας στο ευρώ ενδυναμώνει την περιφερειακή ενοποίηση και δίνει στη Βόρεια Ελλάδα τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε ισχυρό κόμβο βιομηχανίας, εμπορίου και τουρισμού στα Βαλκάνια.

Ωστόσο, πέρα από αυτές τις θετικές εξελίξεις, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις διαρθρωτικές αδυναμίες και τα εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν τη δυναμική των επενδύσεων στην περιοχή."

Προκλήσεις – Αδυναμίες και εμπόδια στην αύξηση των επενδύσεων

Με βάση τον κ. Στουρνάρα:

"Η βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών περιφερειών σχετίζεται με τη χαμηλή ανταγωνιστικότητά τους, η οποία περιορίζει τη δυναμική των επενδύσεων και εμποδίζει την περιφερειακή σύγκλιση. Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό δείκτη περιφερειακής ανταγωνιστικότητας (2022), μόνο η Αττική κατατάσσεται σε σχετικά υψηλές θέσεις, ενώ οι υπόλοιπες περιφέρειες εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις. Ως αποτέλεσμα, η Περιφέρεια Αττικής έχει και τα υψηλότερα μερίδια στο ΑΕΠ της χώρας (σχεδόν 50%), στις συνολικές εγχώριες επενδύσεις (πάνω από το 1/3), στις συνολικές εξαγωγές ( πάνω από το 50%) και στην απασχόληση (4 στους 10 απασχολούμενους). Ακολουθεί με μεγάλη διαφορά η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, αν και είναι η δεύτερη σε πληθυσμό περιφέρεια της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ενδείξεις θετικής δυναμικής: από το 2019 έως το 2022, 9 από τις 13 περιφέρειες της χώρας – κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα – παρουσίασαν βελτίωση στο δείκτη ανταγωνιστικότητας, γεγονός που δείχνει ότι, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να επιταχύνουν τη σύγκλιση και να ενισχύσουν την επενδυτική τους ελκυστικότητα.”

Όπως τόνισε:

«Παρά την αξιόλογη υποχώρηση της ανεργίας σε εθνικό επίπεδο, οι περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας εξακολουθούν να καταγράφουν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Το 2024, και οι τέσσερις περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας συγκαταλέγονταν στην πρώτη πεντάδα με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας πανελλαδικά, υπερβαίνοντας τον εθνικό μέσο όρο. Αντίστοιχα, οι δείκτες απασχόλησης παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για ενίσχυση της τοπικής αγοράς εργασίας και προσέλκυση βιώσιμων επενδύσεων.

Μια διαρθρωτική αδυναμία που επιβαρύνει τη λειτουργία της αγοράς εργασίας είναι το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης στις περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας. Αυτό είναι σταθερά υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο (28% το 2023), με τη Δυτική Μακεδονία να καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στη χώρα (38%). Η υπερβολική συγκέντρωση σε ατομικές ή πολύ μικρές επιχειρηματικές μονάδες περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας σταθερών θέσεων εργασίας, αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και επιτείνει τις δυσκολίες προσέλκυσης και συγκράτησης ειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Αυτό με τη σειρά του δυσχεραίνει τη βιώσιμη αξιοποίηση της τοπικής παραγωγικής βάσης και την ενίσχυση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας.

Η πληθυσμιακή συρρίκνωση επηρεάζει όλες τις περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας, με τη Δυτική Μακεδονία να πλήττεται ιδιαίτερα έντονα, καθώς παρουσιάζει όχι μόνο αρνητικό πληθυσμιακό ισοζύγιο (δηλαδή περισσότερους θανάτους από γεννήσεις), αλλά και αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, λόγω εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Η συνδυαστική αυτή επίδραση εντείνει τα προβλήματα κοινωνικής συνοχής, μειώνει τη διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού και περιορίζει τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής.

Η έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων και η περιορισμένη ενσωμάτωση των επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες αξίας εξακολουθούν να συνιστούν κρίσιμους περιορισμούς για την ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας. Η μετάβαση προς ένα υπόδειγμα υψηλής έντασης γνώσης και τεχνολογίας παραμένει ατελής, ιδιαίτερα σε περιφέρειες όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου καταγράφονται χαμηλές επιδόσεις στους δείκτες τεχνολογικής απασχόλησης. Αντιθέτως, στην Κεντρική Μακεδονία η απασχόληση σε τομείς υψηλής τεχνολογίας ανήλθε σε 2,6% το 2024 – το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στη χώρα μετά την Αττική (5,8%). Αξιοσημείωτη είναι και η σχετική πρόοδος στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, όπου το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε σε 1,6% από 0,9% το 2023. Ωστόσο, η συνολική εικόνα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η αποσπασματική συμμετοχή σε διεθνείς συστάδες αλυσίδων αξίας (value chain clusters) και οι υστερήσεις σε κρίσιμες υποδομές περιορίζουν την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Προτάσεις πολιτικής

Στο πλαίσιο αυτό ο Διοικητής τόνισε :

«Η ενίσχυση της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων της Βόρειας Ελλάδας αποτελεί κρίσιμο μοχλό για την τόνωση της επενδυτικής και αναπτυξιακής δυναμικής της περιοχής. Η γεωγραφική εγγύτητα με τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και την ένταξή τους σε διεθνείς αλυσίδες αξίας. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό προσανατολισμό – όπως ο αγροδιατροφικός τομέας, τα δομικά υλικά, η υγεία, οι ψηφιακές και πράσινες τεχνολογίες – μέσω στοχευμένων κινήτρων, στρατηγικών συνεργασιών και προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, οι οποίες θα προσθέσουν τεχνογνωσία και θα προσφέρουν τη δυνατότητα εισόδου σε νέες αγορές. Επιπλέον, φορολογικά κίνητρα προς τις επιχειρήσεις μπορούν να διευκολύνουν την ένταξή τους σε συστάδες αλυσίδων προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας τη δικτύωση και τη συνεργασία με άλλους παραγωγικούς φορείς.

Η αναβάθμιση των υποδομών και των τεχνολογικών δυνατοτήτων είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας και εξωστρέφειας. Αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικά έργα υποδομής στην Κεντρική Μακεδονία και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπως για παράδειγμα το Flyover, η επέκταση του μετρό, το πάρκο logistics, τα έργα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της ΓΑΙΑΟΣΕ και ο εθνικός κόμβος καινοτομίας, τεχνολογίας και έρευνας του ThessINTEC. Οι παρεμβάσεις αυτές θα βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών και θα προωθήσουν την καινοτομία και την εξωστρέφεια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΥ-Parthenon, τα εν λόγω έργα θα ενισχύσουν σημαντικά το ΑΕΠ, τα δημόσια έσοδα και την απασχόληση.[1] Ωστόσο, συνολικά η Βόρεια Ελλάδα χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις σε δίκτυα τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής, σε υλικές υποδομές (π.χ. στους οδικούς άξονες, στο σιδηρόδρομο, στα λιμάνια Ηπείρου και Αλεξανδρούπολης και σε logistics), ώστε να καταστεί κόμβος εξωστρέφειας και καινοτομίας.

Ο περιορισμός του ενεργειακού κόστους και η μετάβαση στην πράσινη οικονομία είναι καθοριστικοί παράγοντες για την ανταγωνιστικότητα, ιδίως σε ενεργοβόρους κλάδους. Απαιτούνται παρεμβάσεις όπως η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων με γειτονικές χώρες, η αύξηση της χωρητικότητας των δικτύων ενέργειας και η αναθεώρηση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων και της υψηλής φορολογίας. Παράλληλα, η αξιοποίηση επιδοτήσεων για πράσινες επενδύσεις και η εφαρμογή μοντέλων κυκλικής οικονομίας δημιουργούν νέες ευκαιρίες για καινοτόμα και περιβαλλοντικά βιώσιμα προϊόντα.

Η ενίσχυση της χρηματοδότησης, κυρίως για μικρομεσαίες και νεοφυείς επιχειρήσεις, είναι κρίσιμη για την επιτάχυνση της επενδυτικής δυναμικής στη Βόρεια Ελλάδα. Η αξιοποίηση των κεφαλαιαγορών, καθώς και η προώθηση του Ταμείου Μικροπιστώσεων και άλλων εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης και νέων χρηματοδοτικών εργαλείων μπορούν να διευρύνουν τις επιλογές και τις επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία όπως λογισμικό και βάσεις δεδομένων (τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ενέχυρο για τραπεζικό δανεισμό)[2] και να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα και την απόδοση των επενδυτικών σχεδίων.

Η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα υπόδειγμα μέσης και υψηλής τεχνολογικής έντασης είναι απαραίτητη για τη διατηρήσιμη αύξηση των εξαγωγών, την υποκατάσταση εισαγωγών και τη μείωση του διαχρονικά υψηλού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Παρά την άνοδο των εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας στο 5% του συνόλου το 2022, το ποσοστό αυτό υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου (17%), ενώ η σχετική ένταση γνώσης του ελληνικού εμπορίου παραμένει η χαμηλότερη στην ΕΕ. Η επιτάχυνση του ψηφιακού εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων απαιτεί συνδυασμένες παρεμβάσεις: (1) επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου, (2) νέες πρακτικές λειτουργίας των επιχειρήσεων, (3) φορολογικά κίνητρα για έρευνα και ανάπτυξη, (4) ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς και (5) ριζική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος με έμφαση στην τεχνική κατάρτιση και τη διά βίου μάθηση, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Πάνω απ’ όλα, η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων προϋποθέτει τη δημιουργία ενός σταθερού και φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Κρίσιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη μείωση της γραφειοκρατίας μέσω της ψηφιοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, την απλοποίηση διαδικασιών με υψηλό διοικητικό κόστος και την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Παράλληλα, η αντιμετώπιση της πολυνομίας και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των θεσμών θα διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και την εκτέλεση συμβάσεων. Η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, η καθιέρωση επιταχυνόμενων αποσβέσεων για πάγιο εξοπλισμό και οι μεγαλύτερες εκπτώσεις φόρου για επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη μπορούν να καταστήσουν τη χώρα πιο ελκυστική για την υλοποίηση επενδύσεων στη βιομηχανία και την καινοτομία. Τέλος, απαιτείται επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, με στόχο τη μείωση φραγμών εισόδου και την αντιμετώπιση ολιγοπωλιακών πρακτικών.