Την περίοδο 2015–2025, η ΕΕ παρουσίασε εμπορικό πλεόνασμα κάθε χρόνο, με εξαίρεση το 2022, όταν το ισοζύγιο έγινε αρνητικό λόγω του μεγάλου ελλείμματος στον τομέα της ενέργειας. Σε όλα τα υπόλοιπα έτη, τα πλεονάσματα σε μηχανήματα, οχήματα και χημικά προϊόντα υπερίσχυσαν των ελλειμμάτων που προκαλούσε η ενέργεια.
Ο κλάδος των χημικών και συναφών προϊόντων σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση την τελευταία δεκαετία, διπλασιάζοντας το πλεόνασμα από 128,3 δισ. ευρώ το 2015 σε 256,7 δισ. ευρώ. Παράλληλα, το εμπορικό πλεόνασμα στα τρόφιμα και ποτά αυξήθηκε από 32,0 δισ. ευρώ σε 39,7 δισ. ευρώ, ενώ στα λοιπά αγαθά από 9,5 δισ. ευρώ σε 20,7 δισ. ευρώ. Αντίθετα, τα λοιπά βιομηχανικά προϊόντα μετατράπηκαν από πλεόνασμα 11,3 δισ. ευρώ το 2015 σε έλλειμμα 37,6 δισ. ευρώ το 2025.
Το έλλειμμα στον τομέα της ενέργειας αυξήθηκε από 226,4 δισ. ευρώ το 2015 σε 298,9 δισ. ευρώ το 2025, με τις διακυμάνσεις των τιμών να επηρεάζουν σημαντικά το μέγεθός του. Το χαμηλότερο επίπεδο καταγράφηκε το 2020 (157,2 δισ. ευρώ) και το υψηλότερο το 2022 (649,5 δισ. ευρώ).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το διεθνές εμπόριο αγαθών, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν τον βασικό προορισμό των εξαγωγών της ΕΕ το 2025, με μερίδιο 21,0% και αξία 554,9 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 3,6% σε σχέση με το 2024. Ακολούθησαν το Ηνωμένο Βασίλειο με 345,5 δισ. ευρώ (13,1%) και η Ελβετία με 219,5 δισ. ευρώ (8,3%).
Από την πλευρά των εισαγωγών, η Κίνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αξία, με 559,4 δισ. ευρώ (αύξηση 6,4% σε σχέση με το 2024) και μερίδιο 22,3% στο σύνολο. Ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με 355,5 δισ. ευρώ (14,1%) και το Ηνωμένο Βασίλειο με 158,6 δισ. ευρώ (6,3%).



