Σε γενικές γραμμές, φαίνεται πως τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να δαπανούν λιγότερα από ό,τι πριν την οικονομική κρίση, ενώ παράλληλα οι οικονομικά ασθενέστεροι βρίσκονται σε ακόμη χειρότερη μοίρα, με στέγαση και διατροφή να απορροφούν 50% του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Το χάσμα μεταξύ των νοικοκυριών
Η μέση ισοδύναμη δαπάνη του 20% του πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα είναι 5,78 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνη του φτωχότερου 20%, ενώ το 2024 η αντίστοιχη αναλογία ήταν 5,68 φορές.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής κατευθύνουν το 31,9% της συνολικής δαπάνης τους αποκλειστικά στην αγορά τροφίμων. Για το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού, το αντίστοιχο ποσοστό είναι σημαντικά χαμηλότερο και διαμορφώνεται στο 13,2%.
Το βάρος για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν στις δαπάνες για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά προστεθεί και το κόστος στέγασης. Συνολικά, οι τρεις αυτές κατηγορίες απορροφούν το 54,4% της συνολικής δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο μερίδιο περιορίζεται στο 34,5%.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά που κατοικούν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Κατά μέσο όρο, το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους κατευθύνεται στη στέγαση, ενώ το 17,3% αφορά ειδικότερα την πληρωμή του ενοικίου.
Ανατιμήσεις «φωτιά»
Οι αυξήσεις αποτυπώνονται έντονα και στις καθημερινές αγορές των νοικοκυριών.
Η μέση μηνιαία δαπάνη για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά ανήλθε το 2025 στα 371,20 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 4,1% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών σημείωσε ο καφές, το τσάι και το κακάο, με τη σχετική δαπάνη να ενισχύεται κατά 11,9%.
Ακολούθησαν το κρέας με αύξηση 9,9% και τα ψάρια με 8%. Σημαντικές ήταν επίσης οι αυξήσεις στις δαπάνες για ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι και σοκολάτα, κατά 6,5%, για φρούτα, κατά 5,4%, καθώς και για γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά, κατά 4,9%.
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη των ποσοτήτων κατανάλωσης καταγράφει διαφορετική εικόνα για αρκετά βασικά είδη διατροφής.
Κατά τη διάρκεια του 2025, η μέση κατανάλωση ψαριών μειώθηκε κατά 2,6% σε σχέση με το 2024, ενώ κατά 2,4% περιορίστηκε η κατανάλωση ψωμιού και προϊόντων αρτοποιίας. Μείωση καταγράφηκε επίσης στα λαχανικά, κατά 1,6%, καθώς και στα φρούτα και το γάλα, κατά 1,2%.
Στον αντίποδα, τα νοικοκυριά αύξησαν την κατανάλωση αυγών κατά 11,8% και ελαιολάδου κατά 8,4%. Ανοδικά κινήθηκε επίσης η κατανάλωση ρυζιού, κατά 5,8%, ζυμαρικών, κατά 2,7%, και κρέατος, κατά 0,8%.
Σημαντική επιβάρυνση από τη στέγαση
Ισχυρή αύξηση καταγράφηκε και στη δαπάνη των νοικοκυριών για τη στέγαση. Κατά μέσο όρο, τα νοικοκυριά διέθεσαν 268,12 ευρώ τον μήνα για τη συγκεκριμένη κατηγορία, ποσό αυξημένο κατά 8,3% σε ετήσια βάση. Η αύξηση αυτή ήταν η δεύτερη υψηλότερη μεταξύ των βασικών κατηγοριών δαπανών. Προηγήθηκαν τα διαρκή αγαθά, όπου η δαπάνη ενισχύθηκε κατά 8,9%, ενώ ακολούθησε η εκπαίδευση με αύξηση 8,2% και οι μεταφορές με 7,9%.
Το ύψος των μηνιαίων δαπανών διαφοροποιείται σημαντικά και ανάλογα με την ηλικία και τη σύνθεση του νοικοκυριού. Ένα άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω που ζει μόνο του δαπανά κατά μέσο όρο 829,22 ευρώ τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 45,6% της μέσης δαπάνης όλων των νοικοκυριών. Αντίθετα, για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως 16 ετών, η μέση μηνιαία δαπάνη φτάνει τα 2.726,21 ευρώ, δηλαδή στο 149,8% του συνολικού μέσου όρου.
Μεγάλη απόσταση καταγράφεται και όταν η σύγκριση γίνεται με βάση την οικονομική δραστηριότητα του υπεύθυνου του νοικοκυριού. Τα νοικοκυριά στα οποία ο υπεύθυνος είναι οικονομικά μη ενεργός ή άνεργος εμφανίζουν μέση μηνιαία δαπάνη 1.247,95 ευρώ. Για τα νοικοκυριά με μισθωτό υπεύθυνο, η αντίστοιχη δαπάνη ανέρχεται σε 2.209,64 ευρώ, ενώ στην περίπτωση αυτοαπασχολούμενου που απασχολεί μισθωτούς φτάνει στα 3.967,07 ευρώ.
Μεγάλες γεωγραφικές διαφορές
Σημαντικές είναι οι διαφοροποιήσεις και μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στις αγροτικές περιοχές διαμορφώθηκε στα 1.386,11 ευρώ, δηλαδή 26,8% χαμηλότερα από τα 1.892,86 ευρώ που δαπανούν κατά μέσο όρο τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές.
Σε επίπεδο περιφερειών, η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη καταγράφηκε στην Αττική, όπου ανήλθε στα 24.981,36 ευρώ. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη μέση ετήσια δαπάνη εντοπίστηκε στη Στερεά Ελλάδα, στα 16.475,52 ευρώ.
Η «μεγάλη» εικόνα
Σε συνολικό επίπεδο η εικόνα των δαπανών των νοικοκυριών εμφανίζει αύξηση. Η μέση ετήσια δαπάνη για αγορές ανήλθε το 2025 στα 21.842,40 ευρώ, έναντι 20.694,48 ευρώ το 2024. Σε μηνιαία βάση, αυτό μεταφράζεται σε μέση δαπάνη 1.820,20 ευρώ, από 1.724,54 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Η αύξηση σε ονομαστικούς όρους ανήλθε στο 5,5%. Ωστόσο, όταν η σύγκριση γίνεται σε σταθερές τιμές, ώστε να αποτυπώνεται η μεταβολή της πραγματικής αγοραστικής δαπάνης, η αύξηση περιορίζεται στο 2,9%.
Παρά την άνοδο των τελευταίων ετών, το επίπεδο των δαπανών δεν έχει ακόμη επανέλθει στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από τη μεγάλη υποχώρηση της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Η μέση μηνιαία δαπάνη του 2025 παραμένει 12% χαμηλότερη από εκείνη του 2008 και 4,7% κάτω από το επίπεδο του 2010.
Σε σύγκριση, πάντως, με το 2020, όταν η μέση δαπάνη των νοικοκυριών είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της εξεταζόμενης περιόδου, η αύξηση έως το 2025 φτάνει το 39%.



