Ουσιαστικά, το θέμα το ανέδειξε το ΠΑΣΟΚ με τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή και με την οποία ζητά να μπουν πιο αυστηρές προϋποθέσεις για τις απευθείας αναθέσεις που κάνουν δημόσιοι φορείς. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγγέλλει παράλληλα πως η κυβέρνηση της ΝΔ έχει κάνει πολλές αναθέσεις έργων χωρίς διαγωνισμούς τα τελευταία χρόνια και πρέπει να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση που θα καθορίζει ένα αυστηρό πλαίσιο.
Μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει ότι τα χρόνια της διακυβέρνησης της ΝΔ έχουν δοθεί 12 δισ. σε ανάδοχους με απευθείας αναθέσεις και ακόμα 8 δισ. μέσω διαγωνισμών στους οποίους υπήρχε μόνο ένας υποψήφιος για το έργο.
Η κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την τροπολογία, αλλά και τις αιτιάσεις του, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να κάνει μία επιθετική δήλωση και να δίνει απάντηση σε τρεις άξονες:
«Δεδομένο πρώτο. Τι κάνει ο κ. Ανδρουλάκης; Παρουσιάζει ένα ποσοστό 70 – 80% απευθείας αναθέσεων, μιλώντας για το πλήθος των δημοσίων συμβάσεων, ενώ δεν μας αναφέρει τι γίνεται με τα ποσά. Θα σας πω εγώ τι γίνεται με τα ποσά. Από το 2020 μέχρι και το 2024, από τα 64,2 δισεκατομμύρια ευρώ, μόλις τα 10,2 δισεκατομμύρια, έχουν προχωρήσει σε μία 5ετία, με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης.
Δεδομένο δεύτερο που κρύβει το ΠΑΣΟΚ. Από αυτές τις απευθείας αναθέσεις, λιγότερες από τις 14 στις 100, συγκεκριμένα 13,9% έχουν προχωρήσει από την Κεντρική Κυβέρνηση. Όλες οι υπόλοιπες είναι από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Με λίγα λόγια, λιγότερο από το 3,7% επί της συνολικής αξίας των δημοσίων συμβάσεων, προέρχεται με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης από την Κεντρική Κυβέρνηση.
Πάμε και στο τρίτο δεδομένο που δεν μας αποκαλύπτει το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του. Η μέση αξία των απευθείας αναθέσεων ανέρχεται σε 12.500 ευρώ συν ΦΠΑ. Τι προτείνει το ΠΑΣΟΚ; Να πάει το όριο από τις 30.000 στις 20.000 ευρώ. Με βάση αυτό το δεδομένο, των 12.500 ευρώ μέσης αξίας απευθείας αναθέσεων, πόσο αποτελεσματική θα ήταν η πρόταση του ΠΑΣΟΚ;»
Το ΠΑΣΟΚ ανταπάντησε με τα εξής στοιχεία:
«Πρώτον, για τον κ. Μαρινάκη το γεγονός ότι -σύμφωνα με την Εθνική Βάση Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων- πάνω από 3 στις 4 δημόσιες συμβάσεις το 2024 (όπως και το 2023) υπογράφηκαν χωρίς καμία διαγωνιστική διαδικασία είναι «αμελητέο» γεγονός. Για το Ελεγκτικό Συνέδριο πάντως, το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό και γι’ αυτό, το επισημαίνει στις εκθέσεις του που είναι κόλαφος για την κυβέρνηση.
Ας πάμε όμως και στα ποσά. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρει ότι την περίοδο 2020 έως και το 2024, από τα 64,2 δισεκατομμύρια ευρώ, «μόλις» τα 10,2 δισεκατομμύρια, έχουν προχωρήσει με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης. Παραβλέπουμε το ότι θεωρεί «μικρό» ποσό τα 10,2 δισεκ., και πάμε στην ουσία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από το 2020 έως το 2024, έδωσε με απευθείας αναθέσεις, πάνω από 11,6 δισεκατομμύρια ευρώ (συνυπολογίζοντας και τις συμβάσεις με τροποποιήσεις), ενώ αν λάβουμε υπόψη και τις υπόλοιπες διαδικασίες αναθέσεων χωρίς ανοικτό διαγωνισμό (με κλειστές διαδικασίες και χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση), το νούμερο ξεπερνά και τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ! Ας φανταστεί ο ελληνικός λαός πόσο μεγάλη εξοικονόμηση θα είχε προκύψει, αν αυτά τα 20 δισ. ευρώ δίνονταν με ανοικτούς διαγωνισμούς, επιτυγχάνοντας λογικές εκπτώσεις της τάξης του 20-30%. Μιλάμε για εξοικονόμηση των 4-6 δισ. ευρώ, όσο δηλαδή αθροίζουν δύο ΕΝΦΙΑ!».
Ακόμα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επίσημαίνει:
«Ο κ. Μαρινάκης επίσης, προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο, γιατί η μέση ανάθεση είναι -λέει- μόλις 12.500 ευρώ. Να του θυμίσουμε πώς λειτουργεί η κυβέρνηση που εκπροσωπεί: Τεμαχίζουν τις συμβάσεις των 50.000, 80.000 ή 100.000 ευρώ σε μικρότερα κομμάτια, για να μπορούν να τις μοιράζουν στους «ημετέρους». Γι’ αυτό και αύξησαν το όριο από τις 20.000 στις 30.000 ευρώ. Για να μπορούν να κάνουν πιο εύκολα τη δουλειά τους. Δεν τα λέμε εμείς, αλλά οι εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Και εάν δεν πιστεύουν ούτε το Ελεγκτικό Συνέδριο, ας διαβάσουν την εαρινή Έκθεση της Κομισιόν, η οποία υποστηρίζει πως το ποσοστό των διαγωνισμών που καταλήγουν σε μόνο μία προσφορά αυξάνεται σταθερά από το 2021 και είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στην Ελλάδα 55%, έναντι 32% στην ΕΕ το 2024)!
Όσο δε, για τις έκτακτες περιστάσεις επί Covid, ενημερώνουμε την κυβέρνηση ότι αυτές έχουν παρέλθει προ πολλού. Δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες για τη λεηλασία του δημόσιου χρήματος».
«Καταπέλτης» για τις απευθείας αναθέσεις
Για παράδειγμα, σε έκθεσή του για την περίοδο 2021-2022) έκανε λόγο για 314.006 απευθείας αναθέσεις, με συνολικό προϋπολογισμό 4,45 δισ. ευρώ. Επισημαίνει συγκεκριμένα προβλήματα όπως αδιαφάνεια, μη ορθολογικός προγραμματισμός, κατατμήσεις συμβάσεων ώστε να μην απαιτείται διαγωνισμός, έλλειψη ανταγωνισμού, και έλλειψη έκπτωσης. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν τεκμηριώνεται σωστά η κατεπείγουσα φύση των αναγκών που χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για απευθείας ανάθεση.
Σε έκθεση για το διάστημα 1/7/2023–31/12/2024 αναφέρει πως ελεγχθήκαν 2.601 φακέλοι διαδικασιών (έργα, προμήθειες, υπηρεσίες) και αναδείχθηκαν 13 ουσιώδεις πλημμέλειες στον προσυμβατικό έλεγχο. Οι κυριότερες μεταξύ αυτών:
Παράνομες εξαιρέσεις μεικτών συμβάσεων.
Αδημοσίευτες τροποποιήσεις των όρων προκήρυξης.
Μη τεκμηριωμένη χρηματοδότηση ή έλλειψη πιστώσεων.
Ελλιπής τεκμηρίωση σκοπιμότητας και προϋπολογισμού.
Αδικαιολόγητες παρακάμψεις διαγωνισμών, χωρίς επείγουσα ανάγκη.
Ουσιώδεις τροποποιήσεις υφιστάμενων συμβάσεων χωρίς νόμιμο υπόβαθρο.
Αδικαιολόγητοι αποκλεισμοί διαγωνιζομένων λόγω ασαφειών στις προκηρύξεις
Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταλήγει ότι οι απευθείας αναθέσεις:
Υπονομεύουν τη διαφάνεια και τη δημόσια λογοδοσία.
Δημιουργούν ευκαιρίες για κατασπατάληση πόρων.
Χαρακτηρίζονται από έλλειμμα ανταγωνισμού, σκοπιμότητας, και θεσμικής ακεραιότητας
Σημειώστε ότι, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, το 76% των συμβάσεων το 2023 και το 74% το 2024 έγιναν με απευθείας αναθέσεις.
Για τα παραπάνω συστήνει:
Αυστηρότερη τήρηση της νομοθεσίας περί δημοσίευσης, διαγωνιστικών διαδικασιών και διαφανών τροποποιήσεων.
Ενσωμάτωση μηχανισμών προγραμματισμού και τεκμηρίωσης προκειμένου να αποφευχθούν απευθείας αναθέσεις χωρίς βάσιμη αιτιολόγηση.
Ενίσχυση του προσυμβατικού ελέγχου, αποτροπή κατατμήσεων και δυσμενών πρακτικών.








