• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ο «μύθος» του 8ώρου – Τελικά, πόσο ύπνο χρειαζόμαστε
21:20 - 03 Σεπ 2026

Ο «μύθος» του 8ώρου – Τελικά, πόσο ύπνο χρειαζόμαστε

Για περισσότερα από 150 χρόνια, το «οκτάωρο» αποτελεί έναν από τους βασικούς κανόνες που οργανώνουν την καθημερινότητα: οκτώ ώρες εργασίας, οκτώ ώρες ελεύθερου χρόνου και άλλες οκτώ ώρες ύπνου. Ωστόσο, νεότερα επιστημονικά στοιχεία αμφισβητούν την αντίληψη ότι οι οκτώ ώρες ύπνου αποτελούν καθολική βιολογική ανάγκη, υποδεικνύοντας ότι η απαιτούμενη διάρκεια διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.  

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Medicine και παρουσιάστηκε από τον Independent εξετάζει τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού σε ύπνο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία ενιαία διάρκεια που να θεωρείται ιδανική για όλους και ότι για αρκετούς ανθρώπους ο επαρκής ύπνος μπορεί να είναι μικρότερος από οκτώ ώρες.

Τι αποκαλύπτουν οι κοινωνίες χωρίς τεχνητό φωτισμό

Προκειμένου να εξετάσουν τον φυσικό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος κύκλος ύπνου, οι ερευνητές στράφηκαν σε αυτόχθονες κοινότητες που διατηρούν έναν τρόπο ζωής πιο κοντά σε εκείνον των προγόνων του ανθρώπου και έχουν ελάχιστη έως μηδενική έκθεση σε τεχνητό φως.

Η μελέτη πληθυσμών στην Τανζανία, τη Ναμίμπια και τη Βολιβία έδειξε ότι οι άνθρωποι εκεί κοιμούνται κατά μέσο όρο 5,7 έως 7,1 ώρες κάθε βράδυ.

Η σχετικά μικρή διάρκεια του ύπνου δεν συνοδευόταν, σύμφωνα με τα ευρήματα, από τα προβλήματα που συχνά συνδέονται με την έλλειψη ξεκούρασης στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν χρειάζονταν ξυπνητήρια, δεν προσπαθούσαν να καλύψουν τον ύπνο που έχασαν κατά τη διάρκεια της νύχτας με μεγάλης διάρκειας μεσημεριανή ανάπαυση και κατά κανόνα ξυπνούσαν φυσικά, περίπου την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος.

Παράλληλα, πρόσφατη ανάλυση τοποθετεί τον μέσο χρόνο ύπνου στις προβιομηχανικές κοινωνίες περίπου στις 6,4 ώρες.

Μήπως, λοιπόν, το οκτάωρο είναι ξεπερασμένο;

Τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι όλοι οι άνθρωποι θα πρέπει να περιορίσουν τον ύπνο τους κάτω από τις οκτώ ώρες. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι κοινωνίες αυτές διαφέρουν σε πολλά επίπεδα από τις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες και, ως εκ τούτου, δεν είναι δεδομένο ότι οι ίδιοι δείκτες υγείας και οι ίδιες συνθήκες μπορούν να συγκριθούν άμεσα μεταξύ τους.

Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές εξετάζουν παράλληλα δεδομένα από μεγάλους πληθυσμούς στις βιομηχανικές κοινωνίες, αναζητώντας τη σχέση μεταξύ διάρκειας ύπνου και κατάστασης της υγείας.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ευνοϊκότερη ισορροπία ενδέχεται σε αρκετές περιπτώσεις να βρίσκεται κάτω από το παραδοσιακό όριο των οκτώ ωρών. Μία μελέτη, η οποία αξιοποίησε στοιχεία από απεικονίσεις του εγκεφάλου και του σώματος, σε συνδυασμό με μοριακούς δείκτες, εκτίμησε ότι η βέλτιστη διάρκεια ύπνου βρίσκεται περίπου μεταξύ 6,4 και 7,8 ωρών, με τη διαφορά να εξαρτάται από το φύλο και το όργανο που εξετάζεται.

Παράλληλα, σειρά ερευνών έχει συνδέσει τόσο την ανεπαρκή όσο και την υπερβολική διάρκεια ύπνου με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων υγείας, μεταξύ των οποίων καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικά επεισόδια και παχυσαρκία.

Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό ένα σημαντικό ερώτημα: οι πολλές ώρες ύπνου αυξάνουν πράγματι τον κίνδυνο για προβλήματα υγείας ή μήπως ο υπερβολικός ύπνος αποτελεί σε ορισμένες περιπτώσεις πρώιμη ένδειξη ότι κάποιο πρόβλημα υγείας έχει ήδη εμφανιστεί;

Ο ύπνος δεν έχει την ίδια διάρκεια για όλους

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα των ερευνητών είναι ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος «μέσος άνθρωπος» όσον αφορά τις ανάγκες ύπνου. Η διάρκεια που χρειάζεται κάθε οργανισμός επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ηλικία, τα ατομικά χαρακτηριστικά και ο τρόπος ζωής.

Οι νεότεροι ενήλικες, για παράδειγμα, έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερες ανάγκες ύπνου σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Ακόμη όμως και μεταξύ ανθρώπων της ίδιας ηλικίας μπορεί να υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στις ώρες ύπνου που χρειάζονται για να αισθάνονται ξεκούραστοι και να λειτουργούν φυσιολογικά.

Αυτή την ποικιλία αποτυπώνουν και οι επίσημες συστάσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ύπνου των ΗΠΑ, σύμφωνα με τις οποίες οι ενήλικες ηλικίας 26 έως 64 ετών καλό είναι να κοιμούνται 7 έως 9 ώρες την ημέρα. Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι για ορισμένους ανθρώπους μπορεί να είναι αρκετές ακόμη και 6 ώρες, ενώ για άλλους μπορεί να απαιτούνται έως και 10 ώρες.

Η σύγχρονη επιστημονική προσέγγιση, επομένως, απομακρύνεται από την αντίληψη ενός αυστηρού κανόνα των οκτώ ωρών και δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις διαφορετικές ανάγκες κάθε οργανισμού.

Δεν έχει σημασία μόνο πόσο κοιμόμαστε, αλλά και πότε

Η ποιότητα του ύπνου και η επίδρασή του στον οργανισμό δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τον αριθμό των ωρών. Εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κοιμόμαστε, καθώς ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει απομακρύνει σε μεγάλο βαθμό τον άνθρωπο από τον φυσικό κύκλο φωτός και σκοταδιού.

Η έκθεση σε τεχνητό φως, η πολύωρη χρήση οθονών και τα ασταθή ωράρια μπορούν να μεταβάλλουν το βιολογικό ρολόι του οργανισμού. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τόσο την ώρα κατά την οποία αισθανόμαστε υπνηλία όσο και την ώρα που ξυπνάμε.

Ιδιαίτερα ευάλωτοι σε τέτοιες διαταραχές είναι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες και οι φοιτητές, οι οποίοι συχνά ακολουθούν ακανόνιστα προγράμματα ύπνου. Τέτοια μοτίβα έχουν συσχετιστεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία.

Σε περίπτωση που κάποιος έχει χάσει ώρες ύπνου κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, η προσπάθεια να τις αναπληρώσει το Σαββατοκύριακο φαίνεται να αποτελεί καλύτερη επιλογή από την πλήρη στέρηση ύπνου, ακόμη και αν αυτή η πρακτική μειώνει τη σταθερότητα του ημερήσιου προγράμματος.

Το λεγόμενο «οκτάωρο», επομένως, δεν αποτελεί έναν απόλυτο βιολογικό κανόνα. Οι ανάγκες διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και, πέρα από τη συνολική διάρκεια του ύπνου, καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίζει και η ώρα κατά την οποία κοιμόμαστε.

Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι να επιτρέπουμε στον οργανισμό να λαμβάνει τον ύπνο που χρειάζεται, να διατηρούμε όσο γίνεται σταθερό πρόγραμμα και να μην αντιμετωπίζουμε με υπερβολικό άγχος μια περιστασιακά κακή νύχτα.